Μοιραία Πράγα – Φίλιπ Κερ

μοιραία πράγαΑΥΤΟ είναι το δεύτερο βιβλίο του Κερ που διαβάζω. Είχα ξεκινήσει με τις Βιολέτες του Μάρτη από την Τριλογία του Βερολίνου, αλλά ομολογώ πως επειδή κατά 99% διαβάζω στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ, κάθε φορά που έλεγα να πιάσω την τριλογία στα χέρια μου, όπως την έβλεπα έτσι ογκώδη και βαριά, την άφηνα και διάλεγα κάτι άλλο. Το περίεργο είναι πως ξέρω πολύ κόσμο που ως επί το πλείστον διαβάζει στο κρεβάτι και ταλαιπωρείται από τα πολύ βαριά βιβλία, οπότε δεν είμαι σίγουρος αν η λογική των εκδοτών και του «εκτυπώνω πιο φτηνά όλα τα βιβλία μαζί» στέκει. Για μένα πάντως υπερισχύει η λογική του «δεν σας αγοράζω πια, τόσο χοντρά που γίνατε».

Ήρωας μας και πάλι ο Μπέρναρντ -ή Μπέρνι- Γκούντερ, αστυνόμος του εγκληματολογικού στο Βερολίνο. Βρισκόμαστε στο 1941. Φθινόπωρο. Ο Γκούντερ μόλις έχει επιστρέψει από τα ανατολικά ξέροντας πως δεν μπορεί πλέον να διαγράψει ή να ξεχάσει όλα όσα έκανε εκεί. Η πορεία του προς την Κόλαση είναι σίγουρη και αδιαπραγμάτευτη. Σε μια υπόθεση δολοφονίας ενός Ολλανδού εργάτη, γνωρίζεται με την Αριάνε, το κορίτσι της γκαρνταρόμπας ενός μπαρ, την οποία και ψιλο-ερωτεύεται. Ξαφνικά ενημερώνεται πως πρέπει να διακόψει τις έρευνες του, γιατί ο Ράινχαρντ Χάιντριχ, προστάτης του Ράιχ στη Βοημία και Μοραβία, τον καλεί για αδιευκρίνιστο λόγο στο εξοχικό του στην Πράγα. Ο Γκούντερ, μην έχοντας την επιλογή να αρνηθεί την πρόσκληση και την συνύπαρξη του εκεί με αξιωματούχους των Ες Ες και της Γκεστάπο, αποφασίζει να πάρει την Αριάνε κρυφά μαζί του στην Πράγα, για να συναντιόνται όποτε τους δίνεται η ευκαιρία. Ο μυστηριώδης θάνατος όμως του λοχαγού Κούτνερ, τέταρτου υπασπιστή του Χάιντριχ, σε ένα δωμάτιο του σπιτιού κλειδωμένο από μέσα, αλλάζει όλα τα δεδομένα.

(…) Η έρευνα ενός φόνου το φθινόπωρο του 1941 ήταν σαν να συλλαμβάνεις κάποιον για αλητεία την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Έκανα όμως ό,τι με διέταξαν και άρχισα να προχωρώ στις αναγκαίες κινήσεις που θα έκανε ένας σωστός αστυνομικός. Τι επιλογή είχα εξάλλου; Εκτός των άλλων έτσι κρατούσα το μυαλό μου μακριά απ’ όσα γίνονταν αλλού, στα ανατολικά. Πάνω απ’ όλα κρατούσα το μυαλό μου απασχολημένο και δεν είχα την αίσθηση, που μεγάλωνε συνεχώς, ότι βρίσκομαι στο χειρότερο μέρος του πλανήτη μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω τελικά ότι το χειρότερο μέρος του πλανήτη βρίσκεται μέσα μου. (…)

Όλοι οι αξιωματούχοι των ναζί που βρίσκονται εκεί μαζί του είναι ύποπτοι. Ο Γκούντερ παίρνει το «οκέι» του Χάιντριχ και ξεκινάει τις ανακρίσεις. Οι δολοφόνοι χιλιάδων αθώων, πρέπει τώρα να βρουν άλλοθι για το φόνο ενός συναδέλφου τους. Στην πορεία των ερευνών αντιλαμβάνεται τον πραγματικό λόγο που τον κάλεσε εκεί ο Χάιντριχ και καταλαβαίνει πως τα πράγματα ίσως να είναι λίγο διαφορετικά απ’ ότι φαίνονταν στην αρχή.

(…) Ένα μεγάλο μέρος από τη δουλειά της αστυνομίας είναι η αστυνομία σε αδράνεια, η αστυνομία σε αμηχανία, η αστυνομία στο πρωινό, στο μεσημεριανό, στον καφέ – αν υπάρχει καφές – και πάντοτε η αστυνομία που κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, εφόσον υπάρχει παράθυρο. Και όλα συνοψίζονται στο ίδιο πράγμα: ότι το να είσαι επιθεωρητής έχει κυρίως να κάνει με τη συναλλαγή, την πλήξη και την τεράστια απογοήτευση του να γνωρίζεις πως ποτέ δεν είναι έτσι στα βιβλία και στο σινεμά. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνουν προτού συμβεί κάτι άλλο. Μερικές φορές είναι άλλα εγκλήματα. Και κάποιες φορές είναι δύσκολο να διακρίνεις τη διαφορά – για παράδειγμα όταν περνάει ένας καινούργιος νόμος ή όταν προάγεται ένας αστυνομικός. Αυτό είναι νομομάθεια με το στιλ των ναζί. (…)

Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι η αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου της εποχής. Όλοι σχεδόν οι ήρωες είναι υπαρκτά πρόσωπα. Διπλοί πράκτορες, η αντιστασιακή ομάδα «Τρεις Μάγοι», ο προδότης Χ που δίνει πληροφορίες στους βρετανούς. Και μέσα σε όλα αυτά, οι εξιστορήσεις των ναζί για τις… μετεγκαταστάσεις των εβραίων και για την ανάγκη καθαρότητας της άριας φυλής.

(…) Ο Χάιντριχ συνοφρυώθηκε.

«Αυτό είναι όλο;»

Με μεγάλη μου ευχαρίστηση είδα πως το είπε σαν να είχε απογοητευτεί.

«Τι άλλο μπορεί να είναι; Εμένα δεν μου αρέσουν τα σταυρόλεξα, στρατηγέ. Ούτε τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Εδώ που τα λέμε, δεν τα αντέχω καν. Εγώ… εγώ είμαι ένας απλός αστυνομικός της παλιάς σχολής. Και με περιγράψατε σχετικά εύστοχα λίγο νωρίτερα, όταν είπατε ότι είμαι εκνευριστικά επίμονος. Δεν έχω το δυνατό μυαλό που νομίσατε ότι έχω. Στην εποχή αυτή δεν θα ήξερα τι να το κάνω. Βλέπετε, κύριε, οι περισσότερες δολοφονίες δεν είναι ιδιαίτερα μυστηριώδεις. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι. Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία εξιχνίασης των εγκλημάτων. Δεν υπάρχουν μεγαλειώδεις σκηνές αποκάλυψης. Μόνο μικρά στοιχεία. Κι εδώ είναι που μπαίνω εγώ στη μέση. Πράγματι αν η δουλειά ενός αστυνόμου ήταν τόσο δύσκολη όσο φαίνεται στα βιβλία, τότε δεν θα άφηναν τους αστυνόμους να την κάνουν». (…)

Μου άρεσε περισσότερο από τις Βιολέτες του Μάρτη. Μπήκα πιο γρήγορα στο κλίμα και δεν βγήκα ούτε στιγμή. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι καθηλωτικό. Εξαιρετικός ο κεντρικός ήρωας, απαραίτητο συστατικό σε ένα επιτυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 7,5/10

Advertisements