Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές – Πάνος Χριστοδούλου

ο ναβίντΕΙΧΑΜΕ πάει σε μια φίλη τις προάλλες για να παίξουν τα παιδιά μας. Ο μικρός της ο γιος είχε παλιότερα μαθησιακές δυσκολίες, δεν συγκεντρωνόταν εύκολα ή κολλούσε για πολλή ώρα σε μια στιγμή. Πλέον είναι ένα παιδί που δεν καταλαβαίνεις πως είχε ποτέ οποιοδήποτε θέμα. Θυμάται η φίλη μου πως όταν είχαν πρωτοπάει οικογενειακά στο εργοθεραπευτικό κέντρο, τους είχε φανεί απλή και κοινότυπη η μέθοδος που ακολουθούσαν, χρησιμοποιώντας παιχνίδια που παρόμοια έπαιζαν και οι ίδιοι στο σπίτι μαζί του. Για παράδειγμα ένα χαρακτηριστικό παιχνίδι ήταν όταν έβαζαν τον μικρό να ψαρέψει μαγνητικά ψαράκια μέσα από μια τρυπούλα. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα. Είχαν αγχωθεί με την πρόοδο του μικρού. Είχαν αμφιβολίες και σκέφτονταν μήπως πάνε στράφι τα λεφτά και ο χρόνος τους.

Πήγε μια μέρα η φίλη μου και ρώτησε λοιπόν: «Μα καλά, αυτό τώρα το παιχνίδι με το ψάρεμα, είναι κάτι που έχει νόημα ή απλώς παίζει το παιδί;». Η απάντηση της εργοθεραπεύτριας ήταν αποστομωτική: «Ξέρετε πόσα πράγματα δοκιμάζονται αυτή τη στιγμή; Ο γιος σας πρέπει να συγκεντρωθεί και με τα τρία του δάχτυλα να πιάσει το καλαμάκι, να το καθοδηγήσει μέσα από την τρυπούλα, να μαγνητίσει το ψαράκι και μετά να το φέρει στην επιφάνεια χωρίς να το ρίξει χτυπώντας το κάπου. Κάνει τρομερή δουλειά τώρα ο γιος σας». Και όντως έκανε! Παίζοντας απλά παιχνίδια, πράγματα που εκ πρώτης δεν φαίνονταν κάτι το ιδιαίτερο, ο μικρός κατάφερε να καταπολεμήσει 100% όλες του τις δυσκολίες.

Έτσι και με το βιβλίο του Χριστοδούλου. Ο συγγραφέας δεν έγραψε ένα αριστούργημα παιδικής λογοτεχνίας. Όμως, με έναν τρόπο κοινό και μέσα από γεγονότα που παρόμοια τους έχουν ζήσει αρκετά παιδάκια στα σχολεία τους, προσπάθησε να περάσει το μήνυμα του. Εμπνεύστηκε από αληθινές ιστορίες που άκουσε στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και μας είπε την ιστορία του Ναβίντ, μέσα από τις εκθέσεις του Άλκη, ενός τεμπελάκου μαθητή πέμπτης δημοτικού, που το μόνο μάθημα που του αρέσει είναι η έκθεση, γιατί μπορεί να γράφει ότι του έρχεται στο κεφάλι.

(…) Γι’ αυτό κι εγώ θα γίνω καλός άνθρωπος και θα αγωνιστώ για έναν καλό κόσμο, αλλά θα συνεχίσω να προσεύχομαι για τον πατέρα του Ναβίντ και για το Τσάμπιονς Λιγκ. Ποτέ δεν ξέρεις…(…)

Διαβάζοντας λοιπόν ο γιος μου σε μερικά χρόνια το βιβλίο αυτό, είμαι σίγουρος πως χωρίς να το καταλάβει θα έρθει πιο κοντά στο παιδί που μιλάει σπαστά ελληνικά, είναι λίγο ντροπαλό, ίσως φοβισμένο και συνήθως κάθεται μόνο του. Θα αντιληφθεί πως είναι ένα παιδί από μια χώρα που αγαπά μα μπορεί να τον πλήγωσε, που κι αυτό έχει μαμά και μπαμπά, που έχει όνειρα και φιλοδοξίες και που ίσως η Ελλάδα, δεν τον βοηθάει να τα εκπληρώσει. Είμαι σίγουρος δηλαδή πως θα θέλει να γίνουν φίλοι.

(…) Ο Αλέξανδρος μου είπε ακόμη ότι, όταν προχθές του επιτέθηκαν οι δύο νταήδες, στην αρχή νόμιζε ότι ήταν ξένοι, γιατί έτσι ξέρει: οι ξένοι είναι εκείνοι που κλέβουν και σκοτώνουν. Και φοβήθηκε! Αλλά φοβήθηκε πιο πολύ, όταν κατάλαβε ότι τελικά οι νταήδες ήταν Έλληνες. Μετά μπήκε στη μέση ο Ναβίντ. Ένας ξένος βοηθούσε έναν Έλληνα που τον λήστευαν δύο άλλοι Έλληνες! Οπότε σκέφτηκε ότι τελικά δεν μπορεί όλοι οι ξένοι να είναι κακοί. (…)

Ο Χριστοδούλου έγραψε ένα βιβλίο για τον ρατσισμό. Για το γεγονός ότι πολλοί από εμάς εκ των προτέρων θεωρούμε τους διαφορετικούς από εμάς κατώτερους και υπεύθυνους για όλα τα κακά. Είμαστε όμως -όπως λέει- όλοι αδέλφια, διαφορετικοί και παράλληλα με τόσα πολλά κοινά. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά ισχύει: Αν θες να πάρεις αγάπη, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να δώσεις αγάπη.

(…) Από αυτά που μας είπε ο Ναβίντ καταλάβαμε ότι η χώρα του είναι μακρινή, άγνωστη και διαφορετική από τη δική μας, αλλά οι δύο χώρες έχουν και πολλά κοινά μεταξύ τους. Επίσης, οι άνθρωποι της σε πολλά μοιάζουν με εμάς.

Όταν γύρισα στο σπίτι, τα είπα όλα αυτά στον παππού μου, τον Μιχάλη, και μου είπε αυτός ότι έτσι συμβαίνει παντού, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κάθε χώρα, μου είπε, είναι διαφορετική, γιατί κατοικείται από διαφορετικούς ανθρώπους. Άλλωστε κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ξεχωριστός. Δεν είμαστε διαφορετικοί μόνο από τους ανθρώπους των άλλων χωρών, αλλά και από τους συμπατριώτες μας. Ακόμη, ούτε με τον αδελφό μας δεν είμαστε ίδιοι. Όμως έχουμε και πολλά κοινά, γιατί είναι αδελφός μας. Έτσι, λοιπόν, και με όλους τους ανθρώπους της γης, όσο διαφορετικοί και αν είμαστε, έχουμε και πολλά κοινά, γιατί είναι άνθρωποι όπως εμείς, άρα αδέλφια μας. (…)

Ο Χριστοδούλου πέτυχε τον σκοπό του.

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 8/10

 

 

Advertisements

Ο Εχθρός – Λη Τσάιλντ

ο εχθρόςΕΧΩ γράψει αρκετές φορές για τις περιπέτειες του Ρίτσερ. Αυτή όμως δεν είναι σαν τις άλλες, γιατί ο Τσάιλντ τον τοποθετεί αρχές του 1990, όταν ακόμη ήταν ένας Ταγματάρχης Στρατονόμος. Η ιστορία έχει πολύ λιγότερη βία, είναι πιο εγκεφαλική και δείχνει έναν Ρίτσερ που αναπόφευκτα πρέπει πλέον να ακολουθήσει κάποιους κανόνες και όχι το κλασικό του “My way or the highway” που ξέρουμε.

Βρισκόμαστε ακριβώς στο μεταίχμιο Παραμονής 1989 με Πρωτοχρονιά 1990. Ο Ρίτσερ αποσύρθηκε εσπευσμένα από μια αποστολή στον Παναμά και έχει φτάσει μόλις δυο μέρες πριν στο στρατόπεδο του Φορντ Μπερντ στη Νότια Καρολίνα. Είναι αξιωματικός υπηρεσίας το βράδυ της παραμονής και ενημερώνεται τηλεφωνικά για τον θάνατο από καρδιακή προσβολή ενός υποστράτηγου σε ένα δωμάτιο ενός μοτέλ στην πόλη. Στην αρχή δεν πιστεύει πως χρειάζεται να εμπλακεί, γιατί ο θάνατος του δείχνει από φυσικά αίτια, αλλά οι ανώτεροι του έχουν άλλη άποψη. Στην έρευνα του ανακαλύπτει πως ο υποστράτηγος έλαβε μέρος σε ένα μυστικό συνέδριο του οποίου δεν μπορεί να βρει την ημερήσια διάταξη, γιατί από το δωμάτιο λείπει ο χαρτοφύλακας του. Ζητάει τη βοήθεια μιας γυναίκας στρατιωτικού, της υπολοχαγού Σάμερ, για να πάνε μαζί να ανακοινώσουν τα δυσάρεστα στη σύζυγο του θύματος. Την βρίσκουν όμως νεκρή…

(…) Όποτε μπορώ, λοιπόν, ρουφώ πληροφορίες. Και άξιζε να ρουφήξεις πληροφορίες από το σπίτι των Κρέιμερ. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό. Ένας χλομός ήλιος το έλουζε και μια αδύναμη αύρα ταξίδευε τη μυρωδιά του καπνού των ξύλων στον αέρα. Το κρύο του απογεύματος ήταν μάλλον έντονο τριγύρω μας. Ήταν από εκείνα τα μέρη όπου θα ήθελες να ζουν ο παππούς και η γιαγιά σου. Θα μπορούσες να το επισκέπτεσαι το φθινόπωρο, να μαζεύεις πεσμένα φύλλα, να πίνεις μηλίτη και να γυρίζεις πάλι το καλοκαίρι για να φορτώσεις ένα κανό στο γέρικο στέισον βάγκον και να ξεκινήσεις για κάποια λίμνη. Μου θύμισε τα τουριστικά βιβλία που μου έδιναν στη Μανίλα, το Γκουάμ και τη Σεούλ.

Μέχρι να μπούμε μέσα. (…)

Ενδιαφέρον έχει και η δευτερεύουσα ιστορία. Ο Τζακ Ρίτσερ μαζί με τον αδελφό του Τζο, επισκέπτονται την άρρωστη μητέρα τους που είναι Γαλλίδα και ζει στο Παρίσι. Ο Ρίτσερ, εκτός από μηχανή επιβολής νόμου, ήταν και γιος μιας μάνας. Όπως τώρα τελευταία που λέω ιστορίες από όταν ήμουν εγώ μικρός στους γιους μου πριν κοιμηθούν. Και συνειδητοποιώ πως δεν ήμουν πάντα μόνο μπαμπάς…

(…) «Είμαι Γαλλίδα», είπε. «Είστε Αμερικανοί. Υπάρχει τεράστια διαφορά. Όταν αρρωσταίνουν οι Αμερικανίδες, εξοργίζονται. Πώς τόλμησε η αρρώστια να χτυπήσει εκείνες; Πρέπει να διορθώσουν το λάθος αμέσως, στο λεπτό. Δεν είναι λόγος να εξοργίζεσαι. Είναι κάτι που συμβαίνει. Πρέπει να συμβεί, δεν το καταλαβαίνετε; Αν δεν πέθαιναν οι άνθρωποι, ο κόσμος θα ήταν σήμερα ασφυκτικά στενάχωρος».

«Το θέμα είναι πότε πεθαίνεις», είπε ο Τζο.

Η μητέρα μου ένευσε καταφατικά.

«Ναι», απάντησε. «Πεθαίνεις όταν έρθει η ώρα σου». (…)

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10