Θαύμα – R.J. Palacio

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ το blog της, μαθαίνω πως η Palacio εργαζόταν ως art director και για είκοσι χρόνια σχεδίαζε εξώφυλλα βιβλίων. Πάντα όμως έψαχνε την κατάλληλη στιγμή για να γράψει και η ίδια ένα βιβλίο. Πριν μερικά χρόνια πήγε σε ένα μαγαζί με τους δύο γιους της, για να αγοράσουν παγωτά και milk shakes. Μπήκε μέσα ο μεγάλος της γιος και η ίδια έμεινε απέξω μαζί με το τρίχρονο αγοράκι της το οποίο είχε σε ένα καρότσι. Δίπλα τους παρατήρησε πως βρισκόταν ένα κοριτσάκι με εντελώς παραμορφωμένο το πρόσωπο και μαζί της ήταν πιθανότατα η αδελφή της με τη μητέρα τους. Μόλις την είδε ο μικρός, άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει, εμφανώς τρομαγμένος από την εικόνα που έβλεπε.

Η Palacio πανικοβλήθηκε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλεί με τα κλάματα, αλλά ούτε και να κακοκαρδίσει το κοριτσάκι που σίγουρα θα κατάλαβε γιατί ο μικρός αντέδρασε έτσι, σηκώθηκε να φύγει, σπρώχνοντας άτσαλα μακριά το καρότσι και πέφτοντας παράλληλα πάνω στον μεγάλο της γιο που μόλις έβγαινε από το μαγαζί, ρίχνοντας έτσι κάτω τα milk shake. Όπως προσπαθούσε να συμμαζέψει το χαμό που η ίδια είχε δημιουργήσει, άκουσε πίσω της μια ήρεμη και γλυκιά φωνή να λέει «Οκ παιδιά, ώρα να φεύγουμε». Ήταν η μαμά του κοριτσιού. Η αφορμή που έψαχνε για να αρχίσει να γράφει είχε μόλις φτάσει.

(…) Δεν ξέρω γιατί, αλλά ξαφνικά έβαλα τα κλάματα.

Η μαμά άφησε το βιβλίο και μ’ αγκάλιασε. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται που έκλαιγα. «Ησύχασε» μου ψιθύρισε στ’ αυτί. «Όλα θα πάνε καλά».

«Συγνώμη» μουρμούρισα ρουφώντας τη μύτη μου.

«Σσσς», είπε και μου σκούπισε τα δάκρυα με την ανάποδη του χεριού της. «Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη για τίποτα…»

«Γιατί να είμαι τόσο άσχημος, μανούλα;»

«Όχι, αγόρι μου, δεν είσαι…»

«Το ξέρω ότι είμαι».

Μ’ έπνιξε στα φιλιά. Φίλησε τα μάτια μου που είναι πολύ χαμηλά στο πρόσωπο μου. Φίλησε τα μάγουλα μου που έμοιαζαν να έχουν βουλιάξει σαν να είχα φάει γροθιά. Φίλησε το στόμα μου που μοιάζει με χελώνας.

Ψιθύρισε τρυφερές κουβέντες που το ξέρω ότι τις είπε για να με βοηθήσει. Όμως οι λέξεις δεν μπορούν ν’ αλλάξουν το πρόσωπό μου. (…)

Κεντρικός ήρωας ο Αύγουστος, ένα εννιάχρονο αγόρι που υποφέρει από έναν σπάνιο συνδυασμό συνδρόμων. Έχοντας ταλαιπωρηθεί από τη γέννηση του με αλλεπάλληλες επεμβάσεις πρωτίστως για να καταφέρει να επιζήσει, αλλά και με πλαστικές για να βελτιώσει όσο το δυνατόν την εμφάνιση του, έχει καταλήξει σήμερα να είναι ένα πολύ δυνατό και ευαίσθητο συνάμα αγόρι, με παραμορφωμένο και αποκρουστικό πρόσωπο. Ζει με τους υπέροχους γονείς του και τη γεμάτη κατανόηση μεγαλύτερη αδελφή του, την Ολίβια, η οποία ουσιαστικά μεγάλωσε μόνη της, μιας και όλη η αγάπη και φροντίδα των γονιών της δικαιολογημένα -όπως πίστευε και η ίδια- πήγαιναν στον μικρό Όγκι, τον αδελφό της. Μόνο η λατρεμένη γιαγιά της είχε εκμυστηρευτεί πως αγαπούσε λίγο περισσότερο αυτήν. Τον Όγκι -όπως έλεγε- τον αγαπούσαν άλλωστε όλοι υπερβολικά.

(…) Την τελευταία μου μέρα στο Μόντοκ, είχαμε πάει με τη γιαγιά στην παραλία για να δούμε τη δύση. Είχαμε πάρει και μια κουβέρτα για να τη στρώσουμε στην άμμο, όμως, επειδή έπιασε ψύχρα τυλιχτήκαμε μ’ αυτήν και καθίσαμε αγκαλιασμένες μέχρι που έσβησε και η τελευταία αναλαμπή του ήλιου πάνω απ’ τη θάλασσα. Και τότε η γιαγιά είπε πως ήθελε να μου πει ένα μυστικό: Μ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο.

«Και από τον Αύγουστο;» τη ρώτησα.

Χαμογέλασε κι έπλεξε τα δάχτυλα της στα μαλλιά μου, σαν να σκεφτόταν τι έπρεπε να απαντήσει.

«Αγαπώ τον Όγκι πολύ, πάρα πολύ» είπε μαλακά. Θυμάμαι ακόμα την πορτογαλέζικη προφορά της με τα τονισμένα ρο. «Όμως ο Όγκι έχει ήδη πολλούς αγγέλους που τον φροντίζουν, Όλι μου. Θέλω να ξέρεις λοιπόν ότι εγώ είμαι εδώ για σένα. Εντάξει; Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, Όλι… Είσαι το κοριτσάκι μου, meu boa menina. Και θέλω να ξέρεις ότι για μένα είσαι…» Γύρισε προς τη θάλασσα και άπλωσε τα χέρια της σαν να ήθελε να καλμάρει τα κύματα. «Tu és o meu todo. Είσαι τα πάντα για μένα. Με καταλαβαίνεις, Όλι;»

Την καταλάβαινα. Και ξέρω γιατί ήταν μυστικό. Υποτίθεται ότι οι γιαγιάδες δεν ξεχωρίζουν τα εγγόνια τους. Όλοι το ξέρουν αυτό. Μετά που πέθανε, κράτησα μέσα μου το μυστικό. Ήταν η παρηγοριά μου, με σκέπαζε σαν κουβέρτα. (…)

Ο Αύγουστος είναι αρκετά μεγάλος και πρέπει να πάει στο γυμνάσιο. Η μαμά του δεν μπορεί πλέον να τον μάθει όλα αυτά που διδάσκονται στο σχολείο και επιπλέον αξίζει να γίνει μια προσπάθεια κοινωνικοποίησης. Συναντούν τον Διευθυντή του σχολείου τον κύριο Κωλαράκη (Mr. Butt στο πρωτότυπο 🙂 ) ο οποίος κανονίζει μια ομάδα υποδοχής, κάποιους συμμαθητές και πρώτους φίλους που θα του δείξουν τα κατατόπια και θα τον βοηθήσουν να ενταχθεί γρηγορότερα. Είναι έτοιμος ο Αύγουστος για το μεγάλο βήμα;

Γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο και από πολλές οπτικές γωνίες, μας «χαστουκίζει» συνεχώς με την ειλικρίνεια όλων των ηρώων, περισσότερο του Αύγουστου και της αδελφής του και κατά δεύτερο λόγο των φίλων και συμμαθητών τους. Οι γονείς εσκεμμένα δεν παίρνουν το λόγο στην ιστορία. Δεν ήθελε η συγγραφέας να προσθέσει την σκληρή και κυνική ματιά των μεγάλων. Τώρα μιλάνε μόνο τα παιδιά!

(…) μου αρεσει η οικογενεια της ολιβια. γελανε πολύ.

η δικη μου οικογενεια δεν ειναι καθολου ετσι. οι γονεις μου χωρισαν οταν ημουνα τεσσαρων και μαλλον σιχαινονται ο ενας τον αλλο. μεγαλωσα περνωντας τη μιση εβδομαδα στο σπιτι του πατερα μου στο τσελσι και την αλλη μιση στης μαμας μου στο μπρουκλιν. εχω εναν ετεροθαλη αδερφο, πεντε χρονια μεγαλυτερο μου, που δεν ξερει καλα καλα πως υπαρχω. απ’ οσο θυμαμαι τον εαυτο μου, ενιωθα πως οι γονεις μου δεν εβλεπαν την ωρα να μεγαλωσω για να μπορω να φροντιζω μονος μου τον εαυτο μου. «μπορεις να πας μονος σου στον μπακαλη». «παρε το κλειδι του σπιτιου». είναι αστειο που υπαρχει η λεξη υπερπροστατευτικος για να περιγραψει καποιους γονεις, αλλα καμια λεξη που να σημαινει το αντιθετο. πως θα ελεγες τους γονεις που δεν προστατευουν αρκετα τα παιδια τους; υποπροστατευτικους; αμελεις; εγωκεντρικους; αχρηστους; ολα αυτα μαζι;

στην οικογενεια της ολιβια λενε συνεχεια ο ενας στον άλλο «σ’ αγαπαω».

δε θυμαμαι την τελευταια φορα που μου ειπε αυτη τη φραση καποιος απ’ τη δικη μου οικογενεια. (…)

Αναπόφευκτα διαβάζοντας το αναρωτιέσαι τί θα έκανες εσύ ως παιδί αν γνώριζες ή έβλεπες το πρόσωπο του Αύγουστου, αλλά και τί θα έκανες ως μεγάλος, για παράδειγμα ως ένας γονιός συμμαθητή του. Πώς θα αντιδρούσες; Είσαι τελικά τόσο καλός άνθρωπος όσο νομίζεις πως είσαι; Θα τον χάιδευες; Θα τον γέμιζες με φιλιά;

Η παιδική λογοτεχνία στα καλύτερα της. Αν είχα κάτι κακό να πω για το βιβλίο, θα ήταν μόνο για το ίδιο το… βιβλίο! Θα περίμενα λίγο πιο προσεκτική έκδοση, ένα καλύτερο χαρτί και ένα εσώφυλλο με μίνι βιογραφικό της συγγραφέα. Ελπίζω σε επόμενη έκδοση -που σίγουρα θα υπάρξει- να δούμε κάτι καλύτερο σε αυτό τον τομέα. Παρεμπιπτόντως, βρήκα εξαιρετικά όλα τα «μονόφθαλμα» σκίτσα των χαρακτήρων από τον εικονογράφο Tad Carpenter!

(…) Είναι εντάξει ο Όγκι;» ρώτησα, γιατί ήξερα ότι μερικές φορές πνιγόταν με το σάλιο του αν τύχαινε και γυρνούσε ανάσκελα.

«Ναι, μια χαρά είναι» είπε και μ’ έχωσε στην αγκαλιά της. Με πήγε στο κρεβάτι μου, με σκέπασε και μου έδωσε ένα φιλί για καληνύχτα. Ποτέ δε μου εξήγησε τι έκανε έξω απ’ το δωμάτιό του. Ούτε κι εγώ τη ρώτησα.

Αναρωτιέμαι πόσα βράδια έχει σταθεί έξω από την πόρτα του. Κι αναρωτιέμαι εάν έχει σταθεί ποτέ έξω από τη δική μου. (…)

Και όπως αναφέρει ο κύριος Κωλαράκης στο λόγο του στο σχολείο τη μέρα της αποφοίτησης, το θέμα είναι να προσπαθούμε καθημερινά να είμαστε λίγο περισσότερο καλοί απ’ όσο χρειάζεται. Να δείχνουμε λίγη καλοσύνη παραπάνω, απ’ όση απαιτούν οι περιστάσεις.

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 9/10 (είχα καιρό να βάλω 9άρι λέμε!)

 

 

 

Το Μίσος – Βαγγέλης Γιαννίσης

Το ΜίσοςΜΟΛΙΣ τέλειωσα το πρώτο βιβλίο του Γιαννίση και μπορώ -εντελώς εμπιστευτικά- να σας πληροφορήσω πως… θα υπάρξει και συνέχεια.  Ως λάτρης του Λάρσον, του Νέσμπο, αλλά και κατ’ επέκταση του Όλσεν, της Λέκμπεργ και του Λαπίντους, χάρηκα ιδιαίτερα που βρήκα έναν έλληνα συγγραφέα να γράφει σε παρόμοιο στυλ, βάζοντας όμως την προσωπική του σφραγίδα και δημιουργώντας έτσι τη νεοσύστατη (!) ελληνο-σκανδιναβική σχολή!

Ήρωας μας ο Άντερς Οικονομίδης, ένας ελληνικής καταγωγής επιθεωρητής που ζει και εργάζεται στο Έρεμπρο της Σουηδίας. Όταν η αστυνομία ανακαλύπτει το κεφάλι μιας γυναίκας ανάμεσα σε ρίζες και κλαδιά στο χώμα, ο Οικονομίδης αναλαμβάνει να βρει το δολοφόνο, ψάχνοντας καταρχάς για το υπόλοιπο σώμα και ταυτοποιώντας το θύμα, με τη βοήθεια του επικεφαλής του εγκληματολογικού Γιούσι Αλεξάντερσον.

(…) Ο Άντερς Οικονομίδης τσιμπολόγησε ανόρεχτα την άνοστη σαλάτα μαρούλι που είχε αγοράσει από την καντίνα του τμήματος. Παρατηρούσε σιωπηλός μια παρέα ενστόλων που καθόταν στην αριστερή γωνιά της καφετέριας. Ο ένας από τους άντρες έλεγε μια ιστορία για την τελευταία φορά που πήγε για ψάρεμα στις λίμνες της Φινλανδίας, το προηγούμενο καλοκαίρι. Ο Άντερς εντόπισε τουλάχιστον πέντε ανακρίβειες στην ιστορία του, που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός όχι μόνο δεν είχε ψαρέψει ποτέ του, αλλά και ότι είχε δει τη Φινλανδία μόνο από καρτ ποστάλ. Ιστορίες για ψάρεμα και αλήθεια είναι δυο πράγματα που δεν μπορούν να χωρέσουν στην ίδια πρόταση. (…)

Το ρολόι τσέπης που ανακαλύπτουν στο στόμα της γυναίκας, θα τους οδηγήσει σε μια αντίστοιχη ιστορία φόνων στα τέλη του 19ου αιώνα. Στην ομάδα τους προστίθεται η αρχιφύλακας Μαρία Φρέντρικσεν και ο έμπειρος ψυχολόγος από τη Στοκχόλμη, Κρίστερ Μπγέρλινγκ. Εν τω μεταξύ, οι θάνατοι γυναικών συνεχίζονται…

(…) Έκλεισαν το τηλέφωνο και ο Μπγέρλινγκ έγειρε στο καροτσάκι του, με το βλέμμα εστιασμένο στην οθόνη του λάπτοπ της Αϊσέ Ονάν. Έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του για να βγάλει ένα από τα παυσίπονα που του είχε χορηγήσει ο γιατρός που περιποιήθηκε το τραύμα του. Το έκλεισε στη χούφτα του και προσπάθησε να συγκεντρώσει όλες τις αισθήσεις του πάνω του. Αισθάνθηκε το βάρος, την υφή και το σχήμα του πριν το ακουμπήσει στην επιφάνεια της γλώσσας του. Η γεύση του ήταν πικρή. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στον πόνο που τρυπούσε το δεξί του αυτί, μέχρι που αυτός εξαφανίστηκε τελείως. (…)

Διαβάζεται εύκολα και σε κρατάει σε αγωνία, που σημαίνει για μένα πως ο Γιαννίσης: α) χτίζει μια πλοκή με σαφήνεια και συνέπεια και β) καταφέρνει να εμβαθύνει αρκετά στους χαρακτήρες των ηρώων του. Εμφανείς οι κοινωνικές προεκτάσεις (η κρίση και ο ρατσισμός είναι συνεχώς εκεί) που δείχνει αν μη τι άλλο πως ο συγγραφέας αποσκοπεί σε κάτι παραπάνω από το να μας ψυχαγωγήσει απλώς. Ακόμα, στη βασική πλοκή μπλέκονται και κάποιες παράλληλες ιστορίες σε σχέση με συναδέλφους του Οικονομίδη καθώς και με παλιές υποθέσεις του που βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια, οι οποίες όμως δεν ολοκληρώνονται. Να, είδατε! Αφού σας το είχα πει από την αρχή: Να περιμένετε οσονούπω τη νέα περιπέτεια του Οικονομίδη!

 (…) Ο Άντερς πάλεψε προκειμένου να μην αφήσει έναν αναστεναγμό να ξεφύγει από το στήθος του. Η μάρτυρας τους, η μοναδική τους μάρτυρας, είχε μια κρίση πανικού προ των πυλών. Μπορούσε να δει τη φλέβα στο λαιμό της να πάλλεται μανιασμένα, καθώς και τους πρώτους κόμπους ιδρώτα στις ρίζες των μαλλιών της. Οι κλειδώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει, καθώς είχε σφίξει τα χέρια της σε γροθιές, σαν να προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου. Στιγμές σαν κι αυτές, όπου η ένταση ξεχειλίζει, αισθανόταν ότι θα μπορούσε να πουλήσει και την ψυχή του στο διάβολο για μία και μόνο τζούρα από τα ελαφριά Davidoff με την απαλή γεύση, που δεν έγδερναν σαδιστικά τον οισοφάγο. (…)

Τέλος, κάτι που μου έκανε εντύπωση (εκτός βιβλίου πλέον) είναι πως ο Γιαννίσης έχει δώσει και κοινωνική ζωή στον ήρωα του, δημιουργώντας γι’ αυτόν σελίδες σε Facebook και Twitter. Ομολογώ πως στην αρχή με ξένισε και το θεώρησα τουλάχιστον περιττό, μιας και έχει δικές του σελίδες ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά όταν μπήκα και διάβασα τις σχετικές αναρτήσεις, κατάλαβα το λόγο ύπαρξης τους: Ο Οικονομίδης έχει τη δική του άποψη για τη ζωή, η οποία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με αυτήν του Γιαννίση. Έχει διαφορετικά ενδιαφέροντα και όσα συμβαίνουν στον κόσμο επιδρούν σε αυτόν σε άλλο βαθμό. Σκέφτομαι πως ήταν ένας τρόπος λοιπόν για τον Γιαννίση, να δώσει επιτέλους φωνή στο Alter Ego του.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7,5/10

 

 

 

Εξηγώντας τα μαθηματικά στις κόρες μου – Ντένι Γκεντζ

εξηγώνταςΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΣ ο Γκεντζ έγινε πασίγνωστος με το θεώρημα του παπαγάλου, ένα θαυμάσιο μαθηματικό μυθιστόρημα που απευθύνεται κυρίως σε έφηβους. Ενώ λοιπόν σε εκείνο είχε προσπαθήσει να κάνει εμμέσως τα παιδιά-αναγνώστες να αγαπήσουν τα μαθηματικά, εδώ πλέον αποφασίζει μια πιο ευθεία προσέγγιση και με όχημα μια υποτιθέμενη συζήτηση του Ρέι με την κόρη του Λόλα, μας μιλάει γενικά για τα μαθηματικά, ορίζει τις κυριότερες κατευθύνσεις τους, μας μαθαίνει τί είναι το καρούμπαλο των μαθηματικών (!) και μας εξηγεί, γιατί κάποιοι τα φοβόμαστε ενώ κάποιοι άλλοι τα… αγαπάμε 🙂

(…) Άλλο σημαντικό: η «ορατότητα» του τριγώνου! Ένα αυτοκίνητο τρέχει στην ομίχλη, ο οδηγός βλέπει ξαφνικά ένα κόκκινο τρίγωνο στο οδόστρωμα και φρενάρει. Ένα φορτηγό έχει σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Ο οδηγός μόλις απέφυγε το ατύχημα. Τοποθέτησε στο έδαφος ένα τετράγωνο, ένα πεντάγωνο, έναν κύκλο και ένα τρίγωνο και απομακρύνσου. Ποιο απ’ όλα φαίνεται καλύτερα; Για ποιο λόγο η Οδική Ασφάλεια επέλεξε το τρίγωνο ως προειδοποίηση για τον κίνδυνο; Διότι είναι το πιο ευδιάκριτο σχήμα: έχει υποχρεωτικά μια οξεία γωνία, και μια οξεία γωνία σχηματίζει μια «αιχμή». (…)

Καλογραμμένο και αυτό, ίσως όμως κουράσει λίγο τον αναγνώστη που δεν αντέχει καθόλου τα μαθηματικά, ακριβώς λόγω του ότι ξεκινάει από την αρχή μια «μαθηματική» επίθεση. Δεν «κρύβει» κάτι, μιλάει για σαφήνεια, για απόδειξη, για πράγματα που δεν σηκώνουν καμία αμφιβολία. Ή μήπως όχι;

(…) Ούτως ή άλλως, σχεδόν τίποτε δεν είναι αληθές παντού!

–          Και το 2+2=4;

–          Αυτό ισχύει και για το 2+2=4. Στο τριαδικό σύστημα, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γράψουμε 2+2=4. Απλούστατα επειδή το 4 δεν υπάρχει στο τριαδικό σύστημα. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιεί μόνο τρία ψηφία: 0,1 και 2, όπως το δυαδικό χρησιμοποιεί δύο και το δεκαδικό δέκα. Στο τριαδικό 2+2=11! Διότι 2+2=1x3+1, άρα 11. Δεν είναι σαφές; (…)

Οκέι, το παραπάνω το βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον και προκαλώ όλους να μου πουν αν το καταλαβαίνουν, χωρίς κλεψιές από google!

Αυτό που δεν κατάλαβα είναι το γιατί ο τίτλος μας μιλάει για τις «κόρες» και όχι την «κόρη» του. Στο βιβλίο τουλάχιστον ο ήρωας Ρέι μιλάει με την κόρη του Λόλα. Εκτός αν ο συγγραφέας είχε -λέω είχε επειδή πέθανε δυστυχώς τον Απρίλιο του 2010- κόρες και αφιέρωσε το βιβλίο σε αυτές. Δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα σχετικά, εκτός του ότι και ο πρωτότυπος τίτλος μιλάει για κόρες, οπότε δεν είναι θέμα κακής μετάφρασης.

Τελειώνοντας παραθέτω το παρακάτω, το οποίο για πολλούς από εμάς συνοψίζει κάπως το πως αισθανόμαστε για τα μαθηματικά.

(…) Ένα μεγάλο μέρος της δύναμης των μαθηματικών, αλλά και του ενδιαφέροντος τους, προέρχεται από την ακρίβεια την οποία επιδεικνύουν προκειμένου να ορίσουν τα αντικείμενα, να εδραιώσουν τα αποτελέσματα και να διερευνήσουν τις αποδείξεις που αναπτύσσουν. Αυτή την ακρίβεια, ψυχολογικά, ίσως κάποιοι να μην την αγαπούν.

–          Οπότε;

–          Οπότε δεν θα αγαπήσουν τα μαθηματικά και, βέβαια, δεν θα πεθάνουν απ’ αυτό.

–          Σε τι χρησιμεύουν τα μαθηματικά;

–          Ο έρωτας σε τι χρησιμεύει;

–          Συγκρίνεις τον έρωτα με τα μαθηματικά;

–          Οτιδήποτε σημαντικό πρέπει οπωσδήποτε να «χρησιμεύει»; Τι σημαίνει χρήσιμο;

–          Όμως δεν πηγαίνω στο σχολείο για να μάθω τον έρωτα ή τη φιλία.

–          Αλλά για να μάθεις;

–          Να μάθω, ακριβώς αυτό.

–          Να μάθεις τι;

–          Ό,τι πρόκειται να μου χρησιμεύσει.

–          Και τι πρόκειται να σου χρησιμεύσει;

–          Αυτό οφείλεις να το ξέρεις εσύ.

–          Εσύ όμως τι θα ήθελες να μάθεις, να γνωρίσεις, να κατά-νοήσεις;

–          Θα το σκεφτώ, είπε χαμηλόφωνα η Λόλα. (…)

Παραφράζοντας λοιπόν τον τίτλο της ταινιάρας με την Φράνκα Ποτέντε, θα φώναζα στη Λόλα: Λόλα, σταμάτα για λίγο να τρέχεις και σκέψου! Σκέψου Λόλα, σκέψου! 🙂

Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 7/10