Σκοτώνεις αυτόν που αγαπάς – Τερέζε Φίλιπσεν

σκοτώνεις αυτόν που αγαπάςΗ Χριστίνα για τα γενέθλια μου σκέφτηκε να μου χαρίσει τέσσερα αστυνομικά βιβλία των εκδόσεων Παπαδόπουλου, ένα για κάθε δεκαετία :-). Ομολογώ δε, πως δεν είχα ιδέα ότι εκδίδουν βιβλία και για ενήλικες. Ήξερα πως είχαν μόνο παιδικά, αλλά -ευτυχώς- έκανα λάθος.

Ένα παιδί-θαύμα, η εντεκάχρονη Σεσίλιε, γνωστή και ως η «τραγουδίστρια όλης της Δανίας», εξαφανίζεται ένα πρωινό πηγαίνοντας στο σχολείο. Λόγω της δικαιολογημένης προβολής της υπόθεσης από τα ΜΜΕ, η ντετέκτιβ της περιοχής Λιβ Μορέτι πρέπει να συνεργαστεί με τη νεοσύστατη ειδική ομάδα του Εθνικού Γραφείου Ερευνών που εξετάζει «ιδιαίτερα επικίνδυνα και ειδεχθή εγκλήματα» με επικεφαλής της τον επιθεωρητή Περ Ρόλαντ. Κάθε λεπτό είναι κρίσιμο, ειδικά μετά την πληροφορία πως ίσως εμπλέκεται μια διεθνής σπείρα εγκληματιών…

(…) Ο Περ Ρόλαντ απολάμβανε τη θέα του Έρεσουν. Εδώ θα έπρεπε να μένει κανείς, κοντά στη θάλασσα, σκεφτόταν, ενώ περιεργαζόταν τα λαμπερά σκούρα μοβ σύνεφα. Παρόλο που δεν είχε αέρα, υπήρχε κίνηση στον ουρανό. Όχι στα σύννεφα, αλλά περισσότερο κάτι σαν πηχτός χυλός, βαμμένος με πινέλο με μοβ και πορτοκαλί ανταύγειες πάνω από τη μικρή πόλη δίπλα στη θάλασσα, που φαινόταν από το μπροστινό παράθυρο του υπηρεσιακού του αυτοκινήτου. 

Εσπεργκέρντε. Ο Περ Ρόλαντ το είχε ψάξει στο λεξικό, πριν ξεκινήσει. Ήταν παλιά συνήθεια. Βασικά δεν έβγαζε τίποτα από αυτό, αλλά του άρεσε να είναι προετοιμασμένος. Να ξέρει σε τι μέρος πήγαινε. Το όνομα της πόλης, σύμφωνα με το Λεξικό Δανικής Γλώσσας, σήμαινε «περιφραγμένο ξέφωτο μέσα σε δάσος με λεύκες», στα αρχαία δανικά «ασπεροντγκιέρντε», και στην αρχή ήταν ένα απλό ψαροχώρι. (…)

Χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο, είναι καλογραμμένο και σε τραβάει να το διαβάσεις. Έχει ικανοποιητική σκιαγράφηση χαρακτήρων και πλοκή με τις απαραίτητες ανατροπές. Μια ένσταση μου είναι στον ελληνικό τίτλο: Ο πρωτότυπος τίτλος δεν αναφέρει τίποτα περί σκοτωμών. Δεν βρίσκω κανένα λόγο να αλλάζεις τον τίτλο, που μετά από πολύ σκέψη και κόπο βρήκε η συγγραφέας. Επειδή δηλαδή είναι αστυνομικό το μυθιστόρημα, άντε να βάλουμε και μια λέξη σχετική, μπας και δεν το καταλάβει ο αναγνώστης; Μήπως και το περάσει για ρομάντζο;

(…) Πολλοί πιστεύουν ότι το όλο θέμα είναι να πιέσεις τον ύποπτο σε τέτοιο βαθμό, που στο τέλος να σπάσει, ή να παίξεις το γνωστό παιχνίδι «καλός μπάτσος-κακός μπάτσος» μέχρι που να βάλει τα κλάματα και να μιλήσει. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική.

Στην πραγματικότητα ελάχιστοι ομολογούσαν με τις αγριάδες των αστυνομικών. Και γενικά το να κάνεις τον άλλο να ομολογήσει απλώς με τη συζήτηση ήταν ίσως η μεγαλύτερη ικανοποίηση που δοκίμαζε η Λιβ ως αστυνομικός. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η ανάκριση ήταν σαν μαραθώνιος, όπου ο αγώνας ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, στη σιωπή και στην ομολογία απειλούσε να τσακίσει τον ύποπτο από μέσα. Όλα τα μυστικά έπρεπε να βγουν στο φως. Και αυτό όντως γινόταν, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν μια εσωτερική ανάγκη να εξηγήσουν τι συμβαίνει, να πουν την αλήθεια, παρόλο που πολλοί πιστεύουν ότι μπορούν να σε φλομώσουν στις κουβέντες και να σου σερβίρουν ένα ατράνταχτο άλλοθι. Πάρα πολλοί πίστευαν ότι θα τα κατάφερναν να γλιτώσουν λέγοντας ψέματα στην αστυνομία.  (…)

Άσχετο αλλά μου άρεσε που ο Σουλιώτης -ο οποίος έκανε τη μετάφραση- έγραψε μια σημείωση για την Κριστιάνια και έτσι έμαθα για την περιοχή αυτή στο κέντρο της Κοπεγχάγης, η οποία έχει ημι-αυτόνομο καθεστώς και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τουριστικά αξιοθέατα ολόκληρης της Δανίας, σύμβολο του εναλλακτικού τρόπου ζωής, με ανεκτικότητα στην αγορά και πώληση χασίς (όχι όμως και σε σκληρότερα ναρκωτικά).

Εκδόσεις Παπαδόπουλος. Βαθμολογία 6,5/10

 

 

 

Advertisements

Το Κλειδί – Τζουνιτσίρο Τανιζάκι

Το κλειδίΠΡΙΝ ένα μήνα περίπου είχα τα γενέθλια μου και η Έλενα έστειλε την κόρη της Βασιλική να μου αγοράσει βιβλία. Η ανιψιά μου λοιπόν διάλεξε δύο διάσημους Ιάπωνες συγγραφείς (μάλλον ήθελε να μου πει ξεκάθαρα να κάνω ένα διάλειμμα από τα αστυνομικά!), τον Νομπελίστα Γιασουνάρι Καουμπάτα –για τον οποίο θα μιλήσω σε επόμενο post- και τον Τανιζάκι.

Το Κλειδί, που γράφτηκε το 1956, είναι η ιστορία έξι μηνών από τη ζωή ενός ζευγαριού, αλλά ιδωμένη μέσα από τα προσωπικά ημερολόγια τους. Δεν υπάρχουν διάλογοι. Σε κάθε κεφάλαιο διαβάζουμε σχεδόν εναλλάξ το τί γράφουν κυρίως για τους εαυτούς τους και τη μεταξύ τους σχέση. Ο κάθε ένας βέβαια εμμέσως απευθύνεται στον άλλον, θεωρώντας πως σίγουρα διαβάζει στα κρυφά το ημερολόγιο του. Ξεκινώντας από μια προσπάθεια να ερεθίσει ο ένας τον άλλον για να ανανεωθεί η ερωτική ζωή τους, μπλέκουν στις καθημερινές σχεδόν ιστορίες τους την κόρη τους Τοσικό και τον φίλο της Κιμούρα, με αποτέλεσμα να ιντριγκάρουν, ενοχλήσουν, ειρωνευτούν, εξάψουν και τέλος οργιάσουν τη φαντασία τους αλλά και την ίδια τη ζωή τους, χωρίς επιστροφή.

(…) Απ’ τις τρεις περίπου μετά τα μεσάνυχτα και για καμιά ώρα και παραπάνω βυθίστηκα ακούραστα στην απόλαυση της θέας του γυμνού της κορμιού. Βέβαια δεν περιορίστηκα να την κοιτάζω μόνο έτσι στα βουβά. Ήθελα να δοκιμάσω μέχρι που θα το πήγαινε, αν υποθέσουμε πως ο ύπνος της ήταν προσποιητός. Ταυτόχρονα ήθελα να την οδηγήσω σε τέτοια άκρα αμηχανία, που να μη γίνεται πια να σταματήσει να προσποιείται την κοιμισμένη. Έτσι έχοντας επιτέλους το πεδίο ελεύθερο επιδόθηκα ένα προς ένα σε κάθε είδος ακολασίας που εκείνη πάντα απεχθανόταν – όλα τα ανορθόδοξα παιχνίδια που η ίδια αρέσκεται να αποκαλεί ενοχλητικά, αηδιαστικά και ντροπιαστικά. (…)

Πολύ έξυπνη ιδέα το να γραφτεί κάθε κεφάλαιο ως μια σελίδα ημερολογίου. Από τον πρόλογο δε του Ευαγγελίδη που έκανε και την εξαιρετική μετάφραση, μαθαίνουμε πως ο Τανιζάκι χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα για να αποδώσει τα δύο διαφορετικά ημερολόγια, το οποίο δυστυχώς δεν μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά: Χρησιμοποίησε διαφορετική γλώσσα για το ημερολόγιο του συζύγου, ένα μείγμα ιδεογραμμάτων και κατακάνα, ενός άλλου συλλαβικού αλφάβητου και όχι του συνηθισμένου χιραγκάνα, το οποίο σε συνδυασμό με τα ιδεογράμματα θα συνιστούσε την γραπτή ιαπωνική γλώσσα. Στα ελληνικά η διαφοροποίηση αποδόθηκε απλώς τυπογραφικά, με πλάγια και όρθια γράμματα.

(…) Το να σταθεί ανίκανος ένας σύζυγος να ανακαλύψει την εξωτική ομορφιά της γυναίκας του και να μπορέσει να το κάνει αυτό κάποιος άλλος, είναι βέβαια λυπηρό, δεν είναι όμως ο σύζυγος εκείνος που έχει τόσο συνηθίσει τη μορφή της γυναίκας του με αποτέλεσμα, αντίθετα από κάποιον τρίτο, να είναι λιγότερο επιρρεπής σε καινούργιες ιδέες για αλλαγές; (…)

Με απλή γραφή, μιλώντας φαινομενικά για καθημερινά πράγματα, καταφέρνει να μας μεταφέρει όλη την ένταση των δύο χαρακτήρων, τις εμμονές τους, τα πάθη τους, την ανατροφή τους και τέλος μας κάνει να δικαιολογήσουμε (!) και τους δύο για τις πράξεις τους. Αξίζει να το διαβάσετε.

Εκδόσεις Άγρα. Βαθμολογία 7,5/10