Το καρφί

BulletΟΤΑΝ το κατάλαβα ήταν αργά, πολύ αργά. Δεν υπήρχε πλέον χρόνος. Δεν ξέρω καν αν πρόλαβα να το συνειδητοποιήσω δηλαδή, γιατί η σφαίρα βυθιζόταν ήδη στο μέτωπο μου, μην γνωρίζοντας σε ποιο σημείο του εγκεφάλου μου θα προσκρούσει.

Ακολουθώντας τις οδηγίες της, έφτασα στο λιμάνι λίγο πριν τις έξι το πρωί. Ήταν τέλος Σεπτέμβρη, δεν είχε καλά καλά ξημερώσει και έκανε ψύχρα. Θυμάμαι σαν τώρα τη γιαγιά μου να λέει τέτοια εποχή πως «το καλοκαίρι είχε μόλις πάει να ξυπνήσει το φθινόπωρο». Δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο ο γέρος καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε προς τη θάλασσα. Δε φαινόταν να κρατάει κάτι στα χέρια. Η τσάντα βρισκόταν στο χώμα δίπλα του, τακτοποιημένη, παραλληλισμένη με τα πόδια του. Τον είχα συναντήσει άλλη μια φορά στο ταξίδι που κάναμε όλοι μαζί πριν από περίπου έξι μήνες. Και τότε είχε την ίδια τσάντα, αλλά την κρατούσε –ανακαλώ- σφιχτά με τα δυο του χέρια στο στήθος.

Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του δίχως να ανταλλάξουμε κουβέντα. Έδειχνε ακόμα πιο γερασμένος από την τελευταία φορά. Ισχνός, το σακάκι του κρεμόταν στους ώμους, τα μάγουλα του κοίλα. Και τότε γύρισε και με κοίταξε. Μόλις συνάντησε τη ματιά μου, τα κατάλαβε όλα. Την ψεσινή ηδονή, την αμαρτία, την αγάπη μου για κείνη, το αδιέξοδο, το αναπόφευκτο τέλος. Τα μάτια μου δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Κάθε δάκρυ και μια αποκάλυψη.

Έκανε να φύγει μα σαν κάτι να τον τράβηξε πίσω. Κοίταξε την τσάντα, την πήρε στα χέρια, την άνοιξε για να σιγουρευτεί, την έκλεισε ξανά και μου την έδωσε. «Θα την χρειαστείς», μου είπε. Όταν σηκώθηκε ξανά έδειχνε πλέον αποφασισμένος. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Άλλωστε δεν είχε κάτι άλλο να δει. Κρατούσα  την τσάντα του στα χέρια μου και τον παρακολουθούσα να φεύγει προσπαθώντας να καταλάβω πως φτάσαμε ως εδώ.

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού. Είχα ζητήσει μια μέρα άδεια και έτσι αναχωρούσα με το πλοίο για ένα τριήμερο ξεκούρασης. Δεν είχα παρέα αλλά πάντα έβρισκα. Την είδα στο κατάστρωμα να προσπαθεί ψαχουλεύοντας στην τσάντα της να βρει αναπτήρα για να ανάψει το τσιγάρο της. Αν και δεν κάπνιζα, είχα συνήθως μαζί μου έναν. Της πρόσφερα τη φωτιά μέσα στη χούφτα μου κλεισμένη. Με το ένα της χέρι κράταγε το τσιγάρο και με το άλλο έπιασε το δικό μου. Ένιωσα το αίμα μου να κυλάει και μια ζέστη που απλώθηκε γρήγορα σε όλο μου το κορμί.

Με γνώρισε στην παρέα της. Όλοι ήταν σχεδόν στην ηλικία μου εκτός από εκείνον. Έδειχνε τόσο μεγάλος που στην αρχή νόμιζα πως ήταν ο πατέρας κάποιου. Ενσωματώθηκα γρήγορα και έτσι πλέον πήγαινα μαζί τους παντού. Μου ξεκαθάρισε από την αρχή πως είναι μαζί του αλλά δεν είναι ερωτευμένη, γύρευε κάτι άλλο, κάτι πιο δυνατό. Είχε προσπαθήσει και άλλες φορές να ξεφύγει αλλά με κάποιο τρόπο αυτός τη δέσμευε. Μάλλον την τρομοκρατούσε. Τις επόμενες μέρες μου εκμυστηρεύτηκε την αλήθεια.

Ήταν και οι δυο τους δάσκαλοι. Αυτός είχε μόλις στις αρχές του σχολικού έτους μετατεθεί στο ίδιο σχολείο ως ο νέος διευθυντής. Στην αρχή της άρεσε ο τρόπος που την κοιτούσε, που την έκανε να του μιλάει ώρες και να του ανοίγει την ψυχή της. Άργησε να καταλάβει πως αυτή ήταν η δουλειά του. Ήταν ένας από τους «ανακριτές». Στην τσάντα του δεν κουβαλούσε βιβλία ή ρούχα, αλλά μονάχα ένα όπλο και η μετάθεση του και η γνωριμία τους αποδείχτηκε καθόλου τυχαία. Την χρησιμοποιούσε ως πληροφοριοδότη με αντάλλαγμα τη ζωή της. Βλέπονταν συνήθως αργά το βράδυ σπίτι της. Του έδινε πληροφορίες, έκαναν σεξ, κοιμόντουσαν και πριν το χάραμα αυτός έφευγε. Ένα βράδυ της χάρισε ένα μενταγιόν από κεχριμπάρι. Μέσα του είχε ένα έντομο, μια αράχνη που τυλίχτηκε μέσα του και – αναπόφευκτα- βρήκε το θάνατο. Της είπε να το φοράει πάντα για να θυμάται πως δεν μπορεί να του ξεφύγει ποτέ.

Μου είπε πως δεν αντέχει άλλο αυτό που κάνει. Πρέπει άμεσα κάτι να αλλάξει. Προσφέρθηκα να τη βοηθήσω, χωρίς να ξέρω πως. Της είπα απλώς «είμαι μαζί σου».

Όταν επιστρέψαμε από το ταξίδι, αν και είχαμε ο καθένας τη ζωή και τις υποχρεώσεις του, σιγά-σιγά και όσο περνούσε ο καιρός βρισκόμασταν όλο και πιο συχνά. Μιλάγαμε πολύ, για τα πάντα. Για την πολιτική, την κοινωνία, τα θέλω και τα όνειρα μας. Βλέπαμε σε ένα κοινό μέλλον. Τρώγαμε μαζί το απογευματάκι, κάναμε έρωτα συνήθως σπίτι μου και μετά έφευγε για το δικό της για να τον συναντήσει. Ένα βράδυ πριν φύγει μου είπε το σχέδιο της.  Τον είχε παρακολουθήσει από μακριά δυο-τρεις φορές που έφευγε από το σπίτι της. Ακολουθούσε ανελλιπώς την ίδια διαδρομή. Πήγαινε στο λιμάνι και καθόταν σε ένα παγκάκι περιμένοντας το «σύνδεσμο» του. Πάντα πήγαινε μισή ώρα νωρίτερα από το ραντεβού και καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα κοιτώντας απλώς τη θάλασσα. Με παρακάλεσε να πάω εγώ να τον συναντήσω το επόμενο πρωί στο λιμάνι. Αυτή θα είχε πάρει το όπλο μέσα από την τσάντα του και θα το είχε κρύψει κάπου, την ώρα που αυτός πήγαινε το πρωί στο μπάνιο για να ετοιμαστεί να φύγει. Το είχε σκεφτεί πολλές φορές, αλλά η ίδια δεν είχε τη δύναμη να το κάνει. Θα με έπαιρνε στο κινητό μόλις έφευγε το πρωί, να περάσω να μου δώσει το όπλο. «Και τί θα βάλεις μέσα στην τσάντα; Δε θα καταλάβει πως είναι πιο ελαφριά;», της είπα. «Κάτι θα βρω…», μου απάντησε.

Και τώρα τον έβλεπα που προχωρούσε στον δρόμο μπροστά μου. Απομακρυνόταν με αργά βήματα λες και ήξερε πως δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να μου ξεφύγει. Από περιέργεια άνοιξα την τσάντα. Μέσα υπήρχε μόνο το κεχριμπαρένιο μενταγιόν της. Το έπιασα στα χέρια και είδα πως ήταν πολύ ελαφρύ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην το είχε καταλάβει. Εκτός… Και τότε μέσα σε μια στιγμή τα αντιλήφθηκα όλα. Πως εγώ ήμουν η «αράχνη». Εγώ ήμουν αυτός που δε θα ξέφευγε ποτέ. Εγώ είχα εγκλωβιστεί μέχρι θανάτου. Εγώ κάρφωνα τους φίλους μου σε αυτήν μιλώντας της δήθεν αδιάφορα για τα καθημερινά γεγονότα της ζωής μου. Εγώ ήμουν το «καρφί» που τώρα πια δεν είχαν ανάγκη. Έβγαλα το όπλο από την εσωτερική τσέπη, απασφάλισα και τον στόχευσα στην πλάτη.

Και τότε την είδα.

(Σημείωση: Το παραπάνω γράφτηκε για το διαγωνισμό διηγήματος “ΛόγωΤέχνης 2013” )

Η Τριλογία του Βερολίνου – Οι Βιολέτες του Μάρτη – Φίλιπ Κερ

τριλογία του βερολίνουΔΕΝ είχα ξαναδιαβάσει Φίλιπ Κερ. Μου είχε μιλήσει ο Νίκος γι’ αυτόν, διαβάζοντας τις κριτικές μου για τους σκανδιναβούς. Μου είχε πει συγκεκριμένα «Φτάνει με τους Βόρειους Ευρωπαίους εκτός και εάν πρόκειται για την Σάρα Λουντ…», προφανώς για να με πειράξει, μιας και η Δανή ηρωίδα Σάρα, παίρνει σάρκα και οστά από το χέρι Άγγλου συγγραφέα, του Χιούζον*. Στην κουβέντα που κάναμε μετά το σχόλιο του αυτό, προέκυψε και ο Κερ με την τριλογία του. Τα Χριστούγεννα λοιπόν τυχαία η Χαρά μου χάρισε τη Μοιραία Πράγα και σκέφτηκα πως επιτέλους θα διάβαζα κάτι από Κερ. Το αναφέρω όμως τυχαία στο Νίκο και μου απαντάει πως δε γίνεται να ξεκινήσω από το τέλος. Κάθε βιβλίο στη σειρά του. Και έτσι, τί να κάνω; Αναγκάστηκα και ρώτησα τη Χαρά, μήπως και κατά τύχη είχε την τριλογία.

Ω ναι, την είχε! 🙂

οι βιολέτες του ΜάρτηΣήμερα θα σας μιλήσω για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, τις Βιολέτες του Μάρτη. Έτσι λοιπόν ονόμαζαν οι βετεράνοι του κόμματος των Ναζί –οι Alter Kämpfer- όλα τα νέα μέλη, τα μέλη δηλαδή που μπήκαν στο κόμμα από τις 24 Μαρτίου 1933 και μετά, αφότου παραχωρήθηκε στον Χίτλερ όλη η νομοθετική εξουσία από το Ράιχσταγκ και άρχισε η περίοδος που είναι περισσότερο γνωστή ως «Τρίτο Ράιχ». Οι Βιολέτες του Μάρτη -ή αλλιώς Märzveilchen- ήταν τα μέλη που δεν πολύ-πίστευαν στις ναζιστικές αρχές αλλά μπήκαν στο κόμμα όταν ήταν σίγουροι πως θα κυβερνούσε και θέλησαν να επωφεληθούν, μα κυρίως να μην… κακοπέσουν.

(…) Το κυριότερο χαρακτηριστικό της ζωής υπό το καθεστώς του εθνικοσοσιαλισμού είναι η διαφθορά – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η κυβέρνηση έδωσε στοιχεία σχετικά με τη διαφθορά που επικρατούσε σε διάφορα πολιτικά κόμματα την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τη διαφθορά που επικρατεί σήμερα(…)

Βρισκόμαστε στο Ναζιστικό Βερολίνο το 1936, λίγες μέρες πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Ήρωας μας ο Μπέρνι Γκούντερ, πρώην αστυνομικός που πλέον εργάζεται ως ιδιωτικός ερευνητής (και όχι ντετέκτιβ όπως διορθώνει και ο ίδιος τους συνομιλητές του!). Ο εκατομμυριούχος Χέρμαν Σιξ τον προσλαμβάνει για να βρει ένα διαμαντένιο κολιέ που του ανήκει και που κλάπηκε από το χρηματοκιβώτιο της κόρης του Γκρέτε, όταν βρέθηκαν η ίδια και ο σύζυγος της Πολ Πφαρ, απανθρακωμένοι.

(…) «Σας ευχαριστώ», είπε με γουργουριστική φωνή. Ακουγόταν ειλικρινά κολακευμένη. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν μπορείς ποτέ να κολακεύσεις αρκετά μια γυναίκα, με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορείς ποτέ να δώσεις αρκετά μπισκότα σ’ ένα σκύλο. (…)

Ο Γκούντερ δε γουστάρει τους Ναζί και είχε έναν πολύ σημαντικό λόγο να φύγει από την αστυνομία, όταν άρχισαν οι εκκαθαρίσεις των αποκαλούμενων αναξιόπιστων αξιωματικών. Το μόνο που θέλει πλέον είναι να κάνει καλά τη δουλειά του και να βγάλει όσα πιο πολλά χρήματα μπορεί. Γι’ αυτό και δεν αρνείται να αναλάβει παράλληλα μια δεύτερη υπόθεση που προέκυψε ερευνώντας την πρώτη, την εξαφάνιση ενός Πρώσου ατζέντη έργων τέχνης, του Γκέρχαρντ Φον Γκρις, ο οποίος έχει κάποιες επικίνδυνες σχέσεις με ξεχωριστά άτομα του ναζιστικού καθεστώτος.

(…) Απ’ ότι φαίνεται, είχα όρεξη να σκοτώσω. Συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών· ο δολοφόνος προθερμαίνεται για το κύριο έγκλημα με το να βγάζει απ’ τη μέση μερικά αθώα θύματα, όπως κατοικίδια ζώα. (…)

Η όλη ιστορία και πλοκή είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έχω μόνο μια βασική ένσταση που δεν είμαι σίγουρος 100% αν είναι θέμα πρωτότυπης γραφής ή μετάφρασης, άλλα τείνω να πιστεύω το πρώτο. Ο Κερ χρησιμοποιεί συνεχώς παρομοιώσεις. Συνεχώς όμως. Το αποτέλεσμα αυτής της υπερβολής ήταν να… γελάω και τελικά να βγαίνω εκτός κλίματος. Δείτε ένα παράδειγμα και θα καταλάβετε:

(…) Η θυρωρός ήταν μια πόρνη τόσο σπασμένη, που λες και την είχαν πετάξει από ψηλά μέσα σε κάποιο λατομείο. Τα μαλλιά της ήταν τόσο φυσικά όσο και το βήμα της χήνας στις ναζιστικές παρελάσεις. Τα χείλη της έμοιαζαν με συνδετήρα και σίγουρα φορούσε γάντι του μποξ την ώρα που τα έβαφε με το κατακκόκινο κραγιόν, ενώ τα στήθη της θύμιζαν ζευγάρι άλογα ζεμένα σε κάρο στο τέλος μιας κοπιαστικής μέρας. Μπορεί να είχε ακόμα πελάτες, αλλά ήταν πιθανότερο να δω Εβραίο στην ουρά κρεοπωλείου, να περιμένει να αγοράσει χοιρινό. (…)

Οκ, καταλάβαμε, ήταν μια γριά πουτάνα. 😉

Εγώ πάντως θα κρατήσω το παρακάτω ως συμβουλή, δεχόμενος εξ ορισμού πως ένα στυλό είναι σίγουρα πιο επικίνδυνο από ένα αναψυκτικό…

(…) Συμφωνίες γίνονται μόνο με άτομα που, όταν σε συναντούν, το πιο επικίνδυνο πράγμα που κρατούν στο χέρι τους είναι ένα αναψυκτικό. (…)

 Εκδόσεις Κέδρος. Βαθμολογία 6,5/10 (Αν δεν είχε όλες αυτές τις παρομοιώσεις, θα του έβαζα σίγουρα καλύτερη βαθμολογία).

* Updated: Ο Νίκος με ενημέρωσε πως ο Χιούζον έγραψε το βιβλίο μετά τη σειρά, της οποίας το σενάριο είχε γράψει ο Δανός Søren Sveistrup