Υπόθεση Laurus – Λώρη Κέζα

Υπόθεση LaurusΠΡΙΝ μερικούς μήνες, η Λώρη Κέζα ήταν στο βιβλιοπωλείο «Ευριπίδης» στο Χαλάνδρι για να υπογράψει το νέο της βιβλίο και να γνωρίσει τους μικρούς φίλους που το αγόρασαν. Μου το ανέφερε η Κοραλία και σκέφτηκα να περάσω και για να γνωρίζω την ίδια από κοντά -μιας και μιλούσαμε μέχρι τότε μόνο ηλεκτρονικά- αλλά και για να γνωρίσω και τη συγγραφέα.

Τη Λώρη Κέζα την ήξερα και δεν την ήξερα. Δηλαδή την ήξερα ως αρθρογράφο στο βήμα, αλλά δεν την παρακολουθούσα. Κακώς, θα μου πείτε. Κακώς σκέφτηκα κι εγώ από τη μία, αλλά και καλώς από την άλλη. Καλώς, γιατί έγραψε ένα άρθρο για την Κύπρο το οποίο όταν το διάβασα στην αρχή θύμωσα, μετά στεναχωρήθηκα και μετά ξανά-θύμωσα, οπότε μάλλον καλύτερα που δεν το είχα διαβάσει πριν την γνωρίσω. Το ίδιο το άρθρο δεν είναι της παρούσης, άλλωστε όποιος θέλει μπορεί να το αναζητήσει στο διαδίκτυο και να το διαβάσει. Μου προέκυψε όμως το εξής θέμα:

Πρέπει να μας επηρεάζει ο βίος κάποιου, στην κριτική ενός έργου του;

Ξέρω, είναι ένα πολύ γνωστό ζήτημα που αφορά εν γένει τα δημόσια πρόσωπα και έχει διχάσει αρκετό κόσμο. Θυμηθείτε για παράδειγμα την πιο κλασική και διαχρονική ποδοσφαιρική κόντρα μεταξύ του καλού παιδιού Πελέ και του αλήτη Μαραντόνα. Όλοι θα ήθελαν να είναι ο Μαραντόνα αλλά ο γιος τους να ήταν ο Πελέ :-). Η απάντηση μου λοιπόν στο ζήτημα είναι: «Κατά περίπτωση». Δεν μπορεί να υπάρξει σαφής απάντηση. Υπάρχουν όρια για τον καθένα μας, όρια τα οποία όταν ξεπεραστούν παύει πλέον ο άλλος να έχει για μας την οποιαδήποτε σημασία. Τον απομονώνουμε, τον ξεχνάμε, δεν υπάρχει πουθενά, πως το λένε. Τα όρια αυτά δεν τα ξεπέρασε για μένα η Κέζα. Διάβασα το βιβλίο της και θέλω σήμερα να σας μιλήσω γι’ αυτό.

Ηρωίδα μας η Ρόζα Δελλατόλα. Η Ρόζα ζούσε μέχρι πρότινος με τους γονείς της -Φραγκίσκο και Καρμέλα- και τον αδελφό της Μάνθο στην Αθήνα, αλλά δεν άντεξαν άλλο τη ζωή στην πόλη και θέλησαν να ζήσουν στην εξοχή, στην όμορφη Τήνο. Ο Φραγκίσκος άνοιξε ένα Γραφείο Τελετών σε ένα χωριό στα Λουτρά, το οποίο όμως δεν πήγαινε και πολύ καλά μιας και ο κόσμος εκεί δεν πεθαίνει πολύ συχνά. Μια μέρα, ο Τζώρτζης Μαρκουίζος ο κτηνίατρος, προτείνει στον Φραγκίσκο να αλλάξει επάγγελμα και να πάει στη Σχολή Ουρσουλίνων -ένα παλιό οικοτροφείο που βρίσκεται στο χωριό- και να προτείνει στις καλόγριες να του το δώσουν για να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο. Πριν καν προλάβει ο Φραγκίσκος να ανοίξει το στόμα του, η ηγουμένη Ζοζεφίνα του προτείνει να στείλει εκεί τη Ρόζα ως μαθήτρια, γιατί αλλιώς θα πρέπει να το κλείσουν και να φύγουν, το Βατικανό δε θα το θεωρεί σχολείο πλέον. Την άλλη μέρα ο Δήμαρχος Λορέντζος Πρελορέντζος επισκέπτεται το σπίτι του Φραγκίσκου και του λέει πως η Ρόζα δεν πρέπει να πάει στη Σχολή και οι καλόγριες πρέπει να φύγουν, γιατί η εταιρεία Laurus θα έφτιαχνε εργοστάσιο ρεύματος στα Λουτρά και χρειάζονταν τα κτίρια για να εγκαταστήσουν συσσωρευτές ενέργειας και άλλα μηχανήματα καθώς και τουρμπίνες σε όλο το κτήμα. Τουρμπίνες που μελέτες έδειξαν πως δεν πρέπει να μπουν, γιατί σκοτώνουν τα περιστέρια…

(…) Με τον ίδιο τρόπο ενώνονται τα κατώγια. Οι πέτρινοι τοίχοι είναι τόσο φαρδείς που ένα παιδί με τα χέρια ανοιχτά δεν φτάνει για να μετρήσει το πάχος τους. Τα παλιά σπίτια λοιπόν ενώνονταν με κοινές πόρτες. Έτσι, αν έρχονταν πειρατές, οι ντόπιοι μπορούσαν να φύγουν μακριά χωρίς να βγουν στο δρόμο. Οι πιο δυνατοί άντρες διάλεγαν την πιο χαμηλή πόρτα και παραμόνευαν από πίσω, έχοντας υψωμένο το σπαθί τους. Οι πειρατές έσκυβαν για να περάσουν και το σπαθί, που περίμενε από επάνω, τους έκοβε το κεφάλι.

Όλα αυτά η Ρόζα τα είχε ακούσει χίλιες φορές, αλλά της άρεσε να τα ακούει από τη δασκάλα της, που είχε μιαν ελαφρά ξενική προφορά. Τα παιδιά από την Αθήνα είχαν ενθουσιαστεί με την ιδέα των πειρατών και έψαξαν να βρουν στο κατώι της κυρίας Ντεζαμπρέ το χαμηλό πορτάκι των αποκεφαλισμών. Βρήκαν ένα που ταίριαζε σε όσα είχαν φανταστεί και μπήκαν στο μικρό δωμάτιο. Ίσα ίσα χωρούσαν στο ύψος. Ήταν μια μικρή αποθήκη με στρώματα και ψάθες για τη θάλασσα, βατραχοπέδιλα και μάσκες. (…)

Λώρη-αφιέρωσηΕίναι μια όμορφη νουβέλα που απευθύνεται σε έφηβους ηλικίας 8-12 ετών. Η Κέζα μέσα από τα «κατορθώματα» της Ρόζας της, μας μαθαίνει επιπλέον πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την ιστορία του νησιού. Νομίζω πως θα αρέσει πολύ στο εφηβικό κοινό που σίγουρα θα περιμένει τη συνέχεια των περιπετειών της σκανδαλιάρας Ρόζας.

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

Ψωμί Παιδεία Ελευθερία – Πέτρος Μάρκαρης

Δώρος_ΚύμηΠΡΙΝ από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, η Ζέφη θα έκανε εγκαίνια σε ένα καφέ-μπαρ στο Στόμιο Οξυλίθου, στην Κύμη Ευβοίας και ήθελε βοήθεια από τους φίλους της. Εγώ τότε δούλευα στο καφέ του Γιάννη -του τότε φίλου και νυν άντρα της- στην Α. Παρασκευή και έτσι χρίστηκα μπάρμαν για εκείνη την βραδιά. Η μπάντα που έπαιξε στα εγκαίνια ήταν οι Delivers or Rock, όπως λέγονταν τότε κάτι μαλλιάδες που έπαιζαν metal. Από την άλλη κι εγώ μαλλιάς ήμουν τότε, να και μια φωτογραφία από εκείνη τη βραδιά, για όποιον δε με πιστεύει.

20140307_233827Πριν λίγες μέρες λοιπόν βρισκόμαστε σε έναν παιδότοπο όπου ο Αντρέας έχει βρει έναν συμμαθητή του στο σχολείο, τον Τζουζέπε. Οι γονείς ήταν δίπλα. Ένας γλυκύτατος και χαμογελαστός μαλλιάς με μαύρα, μου συστήνεται ως Γιώργος Διαμαντής. Να, αυτός ήταν.

Κάτι μου έλεγε το όνομα και στην κουβέντα πάνω, κατάλαβα πως ήταν ο δημιουργός και τραγουδιστής του γκρουπ που έπαιξε στην Κύμη, που πλέον λέγονταν σκέτο Delivers. Ο Γιώργος, συν τοις άλλοις, εργάζεται εδώ και χρόνια στις εκδόσεις Γαβριηλίδη και έτσι όταν του είπα πως στο blog μου παρουσιάζω βιβλία που διαβάζω, σκέφτηκε να μου φέρει μερικά.

Και μου έφερε καμιά δεκαριά. Για αρχή.

ψωμίπαιδείαελευθερίαΤο πρώτο βιβλίο που διάλεξα ήταν αυτό, γιατί έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της σειράς με τον Αστυνόμο Χαρίτο, καθώς και τα δύο πρώτα της τριλογίας της κρίσεως. Βέβαια, τα διάβασα πριν αρχίσω να γράφω στο blog, οπότε δυστυχώς δεν θα τα βρείτε εδώ. Ήρωας μας ποιος άλλος, ο αστυνόμος Χαρίτος. Διαδραματίζεται στο τώρα, αρχές του 2014, αλλά σε ένα παράλληλο σύμπαν (ίσως όχι μακρινό) όπου στην Ελλάδα έχουμε επιστρέψει στην δραχμή. Η οικονομική κρίση στο απόγειο της, μειώσεις αποδοχών, καθυστερήσεις πληρωμών, νταηλίκια ακροδεξιών και κάθε λογής φασισταριών. Μέσα σε αυτό το κλίμα, κάποιος αρχίζει να σκοτώνει πρόσωπα της γενιάς του Πολυτεχνείου, πρόσωπα γνωστά, πρόσωπα που κανείς δε θα ήθελε να τα βάλει μαζί τους, αφήνοντας μέσω κινητού τηλεφώνου, επαναστατικά μηνύματα που παραπέμπουν στις μέρες της εξέγερσης, σαράντα χρόνια πριν.

(…) Το συμπέρασμα του είναι σωστό και προσθέτει άλλο ένα πετραδάκι στην ασάφεια της υπόθεσης. Μπορεί ο δολοφόνος να είναι ψυχανώμαλος, μπορεί και τρομοκράτης. Μπορεί να εκδικείται τους εκπροσώπους της γενιάς του Πολυτεχνείου, μπορεί όμως και τα δύο θύματα να ήταν μπλεγμένα σε ύποπτα παιχνίδια, που να τους οδήγησαν στο θάνατο. Μπορεί το όπλο να είχε σιγαστήρα, μπορεί και όχι. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με το κρύο, αφήνει μηδενικές πιθανότητες να είδε κάποιος κανένα άγνωστο άτομο ή καμιά ύποπτη κίνηση στο χώρο γύρω από τα Νέα κτήρια. Παρ’ όλα αυτά, κάνω την ερώτηση και παίρνω την απάντηση που είχα προβλέψει.

«Όχι, κύριε αστυνόμε, κανείς δεν είδε τίποτα» μου λέει ο Δερμιτζάκης. (…)

Ο Μάρκαρης νομίζω πως κλείνοντας την τριλογία του, θέλησε πιο πολύ να μας μιλήσει για τη χώρα μας, για την κατάσταση στην οποία ζούμε, θεωρώντας ίσως αυτό ως το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο έγκλημα. Ενώ δηλαδή και στις άλλες ιστορίες του Χαρίτου υπάρχει πάντα το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι, αλλά έρχεται σε δεύτερη μοίρα, εδώ διαβάζουμε πιο πολύ για τις κινήσεις αλληλεγγύης και εθελοντισμού, για το άσυλο αστέγων, για το κοινωνικό ραδιόφωνο, για τις δυσκολίες των αστυνομικών να τα βγάλουν πέρα, με αποτέλεσμα αυτό που ήταν συνήθως το περιβάλλον μιας αστυνομικής υπόθεσης του, να γίνεται τελικά κεντρικό θέμα.

(…) Άλλη μια δέσμη με χαρτάκια υψώνεται στον ουρανό. «Αυτές είναι λιρέτες για τους Ιταλούς φίλους μας. Για να ξέρουν ότι είμαστε δίπλα τους και τους σκεφτόμαστε».

Το τραγούδι αλλάζει και γίνεται ιταλικό.

«Να ρωτήσω κάτι, κύριος;» μου λέει ένας μαύρος που στέκεται δίπλα μου με τη γυναίκα του και παρακολουθεί το θέαμα.

«Ρώτα».

«Εγκώ με γκυναίκα μου ντώσαμε πέντε χιλιάδες ντόλαρς γκια να έρτουμε ευρώ. Και τώρα είμαστε ντραχμή. Πέντε χιλιάδες ντόλαρς γκια ντραχμή;»

«Σε λα βι» του λέει η γυναίκα του, που τον κρατάει από το μπράτσο.

Ρωτάω την Κατερίνα, που πήγε Γαλλικό Ινστιτούτο στη Θεσσαλονίκη, τι σημαίνει το «σε λα βι».

«Έτσι είναι η ζωή» μου μεταφράζει.

Σωστά. Έτσι είναι η ζωή σήμερα. Αύριο, πώς θα ‘ναι; (…)

Ωραίο. Θα το πρότεινα και σε κόσμο που δε διαβάζει αστυνομικά.

Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Βαθμολογία 7/10

 

 

Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ – Τζόναθαν Κόου

ο ιδιωτικόςΗΜΟΥΝΑ στο σπίτι των κουμπάρων μου μια μέρα και παρατηρούσα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τους. Έρχεται ο Στέφανος και μου λέει «Αν δάνειζα βιβλία, θα σου έδινα να διαβάσεις αυτό» και μου δείχνει το εν λόγω βιβλίο. Παραξενεύτηκα, μιας και εκτός από την πολύ καλή σχέση μας, ο Στέφανος μου είχε ήδη δανείσει τέσσερα βιβλία του Μακριδάκη. Από την άλλη, δεν του τα είχα επιστρέψει ακόμα! Φεύγοντας λοιπόν εκείνη τη μέρα κανείς μας δεν σχολίασε ξανά το γεγονός. Την επόμενη φορά που πήγα σπίτι τους μου λέει από μόνος του «Μα καλά, με πίστεψες για το βιβλίο;» και έτσι τελικά τη δεύτερη φορά κατάφερα και έφυγα με το βιβλίο στα χέρια. Τώρα όμως είχα πέντε βιβλία να του επιστρέψω!

Ο Μάξουελ Σιμ είναι κοντά στα πενήντα και ζει μόνος του, χωρίς οικογένεια ή φίλους, στο Λονδίνο, αρχές της οικονομικής κρίσης. Πάσχει από κατάθλιψη η οποία εκδηλώθηκε με αφορμή τη φυγή της γυναίκας Καρολάιν και της κόρης του Λούσι από το σπίτι τους πριν από μερικούς μήνες. Είχε μέχρι τότε μια μάλλον συνηθισμένη ζωή που θα την έλεγες ίσως και βαρετή. Η μητέρα του είχε πεθάνει πολύ νέα και ο πατέρας του -με τον οποίο δεν είχε καθόλου καλή σχέση μιας και ποτέ δεν κατάφερε να είναι γι’ αυτόν η κλασική πατρική φιγούρα- ζει πλέον στην Αυστραλία. Πριν την εκδήλωση της αρρώστιας του εργαζόταν ως υπεύθυνος υποστήριξης μετά την πώληση σε μια εταιρεία, αλλά πλέον δεν μπορεί να εργαστεί. Η γυναίκα του, ως τελευταίο δώρο πριν τον παρατήσει, του έδωσε ένα εισιτήριο για να πάει να επισκεφθεί τον πατέρα του και να συμφιλιωθούν. Αποφασίζει λοιπόν να κάνει αυτό το ταξίδι και εκεί, στη βεράντα ενός εστιατορίου που είχε πάει να φάει, παρακολουθεί τη σκηνή μιας ασιάτισσας μητέρας με την κόρη της, να παίζουν χαρτιά και να έχουν μια ιδιαίτερη εγγύτητα η μία με την άλλη η οποία τον έκανε να σκεφτεί πως έπρεπε κάτι να κάνει, για να διεκδικήσει επιτέλους να έχει κι αυτός σχέσεις με την ίδια εγγύτητα. Μια σειρά γεγονότων τον φέρνουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο να πρέπει να ταξιδέψει στο βορειότερο άκρο του Ηνωμένου Βασίλειου με ένα πορτ μπαγκάζ γεμάτο οδοντόβουρτσες και με μόνη παρέα τη… θηλυκή φωνή του πλοηγού του. Στη διαδρομή αυτή θα συναντηθεί με το παρελθόν του και θα ανακαλύψει πράγματα που τον σπρώχνουν όλο και περισσότερο στην απόγνωση.

(…) Είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά η λογική των γεγονότων που ακολούθησαν, λες και το ξέραμε και οι δύο από πάντα πως κάποτε θα συνέβαινε αυτό˙ λες και ήταν πεπρωμένο. Κι ωστόσο, μου κάνει εντύπωση που δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές λεπτομέρειες. Πάντα θεωρούμε πως οι καθοριστικές, οι πιο πολύτιμες εμπειρίες της ζωής μας χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας˙ κι όμως, για κάποιο λόγο, συχνά αυτές ακριβώς είναι που χάνονται και θαμπώνουν πρώτες.(…)

Μέσα στο μυθιστόρημα, υπάρχουν τέσσερις ιστορίες που θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν και ως τέσσερα ανεξάρτητα διηγήματα Η πρώτη είναι η ιστορία του θαλασσοπόρου Ντόναλντ Κρόουχερστ. Αυτή είναι και η κεντρική ιστορία, μιας και επιστρέφει συχνά σε αυτήν ο Μάξουελ. Μάλιστα, κάποια στιγμή θα ταυτιστεί με τον ψυχισμό του ήρωα της, θεωρώντας πως έχουν κοινή μοίρα. Οι επόμενες τρεις -η λογοτεχνική απόδοση ενός οικογενειακού ταξιδιού από την πρώην γυναίκα του, μια φοιτητική εργασία της αδελφής του παιδικού φίλου του Κρις και ένα κείμενο στο ημερολόγιο του πατέρα του Μάξουελ- αποτελούν με τη σειρά κομβικά σημεία στην όλη πλοκή, γιατί στο τέλος της κάθε μιας μαθαίνει ο Μάξουελ σημαντικές λεπτομέρειες που εξηγούν συνολικά στο πώς τελικά έφτασε ως εδώ.

Μου άρεσε αρκετά. Στην αρχή το «φοβήθηκα», γιατί δεν ήμουν κι εγώ στα καλύτερα κέφια μου όταν το διάβαζα, αλλά είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που δε σε ψυχοπλακώνει. Τραγικό δηλαδή, με μόνη διέξοδο το χιούμορ του.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 7/10