Για ό,τι αξίζει να πεθάνεις – Λη Τσάιλντ

για ότι αξιίζειΔΙΑΒΑΣΑ άλλο ένα βιβλίο της σειράς του Τσάιλντ με ήρωα –ποιόν άλλο;- τον Τζακ Ρίτσερ. Είναι το τρίτο βιβλίο που διαβάζω και έτσι πλέον ήξερα πολύ καλά τι να περιμένω. Ίσως γι’ αυτό να ήθελα κάτι παραπάνω ή -κατ’ ακρίβεια- κάτι λιγότερο αυτή τη φορά. Ομολογώ πως είναι μάλλον το χειρότερο από τα τρία βιβλία που διάβασα. Όχι κακό, απλώς χειρότερο. Πολλή βία, πάρα πολλή βία και με προσπάθεια από το συγγραφέα να τη δικαιολογήσει -στα μάτια πάντα του ήρωα του.

Ο Ρίτσερ προσπαθεί να πάει στη Βιρτζίνια. Στο δρόμο αποφασίζει να σταματήσει σε ένα σταυροδρόμι σε μια περιοχή στην κομητεία της Νεμπράσκα. Μια σειρά γεγονότων των φέρνουν αντιμέτωπο με την οικογένεια Ντάνκαν, τα τρία αδέλφια ηλικίας γύρω στα εξήντα και τον γιο του ενός, τον Σεθ. Οι Ντάνκαν έχουν μια μεταφορική εταιρεία και εξουσιάζουν ουσιαστικά την περιοχή εκμεταλλευόμενοι τους αγρότες που θέλουν να μεταφέρουν τη σοδειά τους και που κάθε άλλη επιλογή θα ήταν ασύμφορη γι’ αυτούς. Τίποτα όμως δε δικαιολογεί ούτε το μέγεθος του πλούτου των Ντάνκαν, αλλά ούτε και το μέγεθος της τρομοκρατίας που σπέρνουν σε όλους, ακόμα και στην ίδια τη γυναίκα του Σεθ που πολύ συχνά ο άντρας της την κακοποιεί. Οι Ντάνκαν περιμένουν ένα πολύτιμο φορτίο το οποίο πρέπει να παραδώσουν στο Λας Βέγκας. Το φορτίο αυτό έχει καθυστερήσει και οι Ντάνκαν που ήδη έχουν βάλει στο μάτι τον Ρίτσερ ο οποίος σκαλίζει μια υπόθεση εξαφάνισης ενός μικρού κοριτσιού πριν από εικοσιπέντε χρόνια στην οποία κύριοι ύποπτοι ήταν αυτοί, ρίχνουν επίτηδες το φταίξιμο σε αυτόν. Έτσι όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας μέχρι και το Λας Βέγκας, αναγκάζονται να στείλουν τα πρωτοπαλίκαρα τους στην περιοχή για να βοηθήσουν τους Ντάνκαν να τον βγάλουν από τη μέση. Μαζί με αυτούς και οι Κορνχάσκερς, μια τοπική ομάδα από πρώην ποδοσφαιριστές οι οποίοι εκτελούσαν χρέη μπράβων στην περιοχή.

Το κοντινότερο αστυνομικό τμήμα είναι στα εκατό χιλιόμετρα και ο Ρίτσερ ως γνωστό δεν κάνει ποτέ πίσω, άρα το αποτέλεσμα το ξέρουμε. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι το πώς και με ποιά σειρά 😉

 (…) Για μια στιγμή ο άντρας έμεινε ανέκφραστος, έπειτα ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, σαν να είχε μόλις ανατείλει ο ήλιος, σαν να είχε μόλις κάνει την εμφάνιση της μια απίστευτη ευκαιρία, σαν να είχε μόλις ανοίξει ρήγμα στην αντίπαλη άμυνα, σαν να είχε μόλις πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και καμπούριασε το σώμα του κι έσφιξε το δεξί του χέρι σε γροθιά κάτω από το σαγόνι του κι ετοιμάστηκε να ορμήσει με το αριστερό του.

Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Ρίτσερ. Ο τύπος χοροπηδούσε εδώ κι εκεί σαν το μαρκήσιο του Κουίνσμπερι. Δεν είχε ιδέα. Φαίνεται πως ο τελευταίος αγώνας πυγμαχίας που είχε δει ήταν από το Ρόκι. Είχε δύο μέτρα ύψος και βάρος εκατόν τριάντα κιλά και βάλε, αλλά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα καλοθρεμμένο βόδι, τεράστιο και χαζό και γυαλιστερό, που πήγαινε να τα βάλει μ’ έναν αρουραίο των υπονόμων.

Έναν αρουραίο που ζύγιζε εκατόν δέκα κιλά. (…)

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 6,5/10

Advertisements