ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΑ μαθηματικά – Κάρλο Φραμπέτι

καταραμένα μαθηματικάΗ εκλαΐκευση των Μαθηματικών, κυρίως σε παιδικά βιβλία, είναι ένα θέμα με το οποίο ασχολούνται εδώ και χρόνια αρκετοί Μαθηματικοί και όχι άδικα. Τα Μαθηματικά κατά γενική ομολογία είναι το μάθημα με τα περισσότερα μίση, το πιο δυσνόητο απ’ όλα. Επίσης πολύ δύσκολα θα βρεις μαθητή που θα του είναι αδιάφορα. Είτε θα τα μισεί, είτε θα τα αγαπά. Ο Κάρλο Φραμπέτι (αλλά ευτυχώς και άλλοι Μαθηματικοί – συγγραφείς, όπως π.χ. ο Τεύκρος Μιχαηλίδης και ο Απόστολος Δοξιάδης) θεωρεί πως αυτό ξεκινά από τους ίδιους τους δάσκαλους. Είναι ο τρόπος που διδάσκονται τέτοιος που απωθεί. Κάθε μάθημα και ειδικότερα τα Μαθηματικά, έχει διαφορετικό τρόπο που πρέπει να διδαχθεί, αναλόγως την ηλικία στην οποία απευθύνεται. Γι’ αυτό και θεωρούσα απαράδεκτο όταν σπούδαζα, το γεγονός ότι μαθήματα όπως η Διδακτική και η Ιστορία των Μαθηματικών ήταν προαιρετικά και μάλιστα από τα λεγόμενα εύκολα μαθήματα, ενώ θα έπρεπε να ήταν βασικά για να πάρεις πτυχίο, μιας και το μεγαλύτερο ποσοστό των αποφοίτων προοριζόταν να διδάξει σε κάποια βαθμίδα εκπαίδευσης.

Μην απορούμε λοιπόν αν ένα παιδί δεν τα καταλαβαίνει ή δεν «σκαμπάζει» που λέμε. Αν δεν του τα διδάξουμε έτσι ώστε να τα καταλάβει, πως περιμένουμε μετά να τα αγαπήσει; Αν δεν του εξηγήσουμε πως τόσα και τόσα πράγματα που κάνει αυθόρμητα καθημερινά βασίζονται σε αυτά, πως μετά να το πείσουμε πως βρίσκονται μέσα του; Πως είναι και αυτά μέρος της Φύσης και πως πάντα έτσι ήταν, ακόμα και χωρίς να του το πούμε εμείς;

Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «Η Αλίκη στη χώρα των αριθμών» και όπως σωστά καταλάβατε, εμπνέεται από την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ. Ηρωίδα μας είναι η Αλίκη, ένα κορίτσι που μισεί τα Μαθηματικά και δεν καταλαβαίνει γιατί τα χρειαζόμαστε στη ζωή μας. Μια μέρα στο πάρκο την πλησιάζει ο συγγραφέας Λιούις Κάρολ (ο οποίος είναι και Μαθηματικός) και την παρασύρει σε ένα ταξίδι στη χώρα των Αριθμών. Μαζί θα συναντήσουν όλους τους ήρωες του δημοφιλούς του παραμυθιού, οι οποίοι θα τους βοηθήσουν να καταλάβουν πως τα Μαθηματικά δεν είναι και τόσο βαρετά τελικά και οι δυσνόητες θεωρίες που άκουγαν μέχρι σήμερα, μπορούν να είναι τόσο μα τόσο διασκεδαστικές!

(…) «Χμμ… Καλά. Στο κάτω κάτω δεν είναι κι άσχημα μερικά λευκά τριαντάφυλλα μέσα σ’ όλην αυτή την πολυχρωμία, κι αυτό το παραμύθι έφτασε στο τέλος του» είπε η Βασίλισσα. «Αν και οφείλω να παρατηρήσω πως ποτέ μου δεν συμπάθησα τους πρώτους αριθμούς.»

Οι κηπουροί άρχισαν και πάλι να τρέμουν, γιατί και οι τρεις τους ήταν πρώτοι αριθμοί: 2, 5 και 7.

«Μην ασχολείστε μ’ αυτούς μεγαλειοτάτη» είπε ο Τσάρλι. «Αποτελούν μια μικρή μειοψηφία σε σύγκριση με τους σύνθετους αριθμούς.»

«Ναι, αλλά όλο πάνε και φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουνε. Κι έχει κι απ’ όλα τα μεγέθη.»

«Πολύ σωστά τα λέτε, μεγαλειοτάτη. Μπορείτε, όμως, να βρείτε λίστες –όσο μεγάλες θέλετε- με σύνθετους αριθμούς, χωρίς ούτε έναν πρώτο ανάμεσά τους.»

«Μου λες αλήθεια; Μπορείς να μου πεις μια λίστα με εκατό αριθμούς στη σειρά, χωρίς ούτε έναν πρώτο ανάμεσά τους;»

«Τίποτα ευκολότερο, μεγαλειοτάτη. Ας πάρουμε το γινόμενο των 101 αρχικών αριθμών που συναντάμε. 1 x 2 x 3 x 4 xx 98 x 99 x 100 x 101. Οι μαθηματικοί το ονομάζουμε “παραγοντικό του 101” και το εκφράζουμε έτσι: 101!»

«Πράγματι, καταπληκτικός αριθμός αυτός» σχολίασε η Βασίλισσα.

«Ονομάζουμε Ν αυτόν τον τεράστιο αριθμό που μπορεί να διαιρείται με το 2, 3, 4, 5, … , 98, 99, 100 και 101, που περιέχει κι όλους αυτούς τους αριθμούς, ως παράγοντες.»

«Προφανώς.»

«Ωραία λοιπόν, ας σχηματίσουμε τώρα τη σειρά των αριθμών Ν + 2, Ν + 3, Ν + 4, Ν + 5, … , Ν + 98, Ν + 99, Ν + 100, Ν + 101. Αφού το Ν μπορεί να διαιρείται με το 2, τότε θα μπορεί και το Ν + 2 να διαιρείται με το 2. Αφού το Ν μπορεί να διαιρείται με το 3, τότε θα μπορεί και το Ν + 3 να διαιρείται με το 3, και πάει λέγοντας. Έτσι έχουμε μια λίστα με εκατό αριθμούς στη σειρά (από το Ν + 2 μέχρι το Ν + 101), χωρίς κανέναν πρώτο αριθμό αναμεταξύ τους.»

«Α, τι ωραία είδηση» φώναξε η βασίλισσα ικανοποιημένη. «Μια σειρά αριθμών -όσο μεγάλη μου κάνει κέφι- ,χωρίς ούτε έναν αντιπαθητικό “πρώτο” ανάμεσά τους! Θα σε ανταμείψω για το κόλπο σου: σε ονομάζω Τζόκερ μου.» (…)

Ένα βιβλίο για τον έφηβο που κάποια στιγμή πίστεψε στα Μαθηματικά, αλλά δεν πίστεψε ο δάσκαλος του σε αυτόν.

Εκδόσεις opera. Βαθμολογία 7,5/10

Advertisements

Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι – Ευγένιος Τριβιζάς

to pontikakiΕΝΑ καλοκαίρι πριν από πολλά πολλά πολλά χρόνια (ας πούμε είκοσι στρογγυλά) έψαχνα για καμιά δουλειά να βγάλω έξτρα χαρτζιλίκι ενόψει των Αυγουστιάτικων διακοπών που κανονίζαμε με την παρέα μου. Σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη τότε στο δεύτερο ή τρίτο έτος Μαθηματικός και μόλις είχα κατέβει στην Αθήνα. Με πήρε λοιπόν η φίλη μου η Παυλίνα και μου λέει για ένα φίλο της εγκληματολόγο που είναι και συγγραφέας παιδικών μυθιστορημάτων, τον Ευγένιο Τριβιζά. «Ποιος; Αυτός που έγραψε την Φρουτοπία;», της λέω. «Ναι, αυτός», μου απαντά. Μόλις είχε εκδώσει ένα βιβλίο και ήθελε άμεσα κάποιον να κάτσει δυο-τρεις μέρες να σφραγίσει τα εσώφυλλα με την σφραγίδα γνησιότητας του συγγραφέα. Ε, όπως καταλαβαίνετε ήμουν ο άνθρωπος του.

Μετά την εξοντωτική αυτή δουλειά (ναι, γελάτε, αλλά από εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως δε θα μπορούσα να δουλέψω ποτέ σε γραφείο να βάζω σφραγίδες) η Παυλίνα με πήγε στο σπίτι του Τριβιζά -που αν θυμάμαι καλά ήταν κάπου  στην Πλάκα- για να τον γνωρίσω και να με πληρώσει. Και έγινε πάνω-κάτω η εξής στιχομυθία:

-Ευγένιε, από δω ο φίλος μου ο Δώρος

-Δώρο χάρηκα, είμαι ο Ευγένιος. Σε ευχαριστώ πολύ που με βοήθησες. Για πες μου τι κάνεις; Σπουδάζεις;

-Ναι, σπουδάζω Μαθηματικός στη Θεσσαλονίκη

Και θυμάμαι ακόμα την εντύπωση που έκανε στον Τριβιζά αυτή μου η δήλωση. Γύρισε στην Παυλίνα και της λέει:

-Παυλίνα, ο Δώρος είναι… Μαθηματικός!

Και μετά γύρισε σε μένα ξανά και μου λέει:

-Έλα, πες μου για τα μαθηματικά…

Ήταν τρομερό! Ήμουν εντυπωσιασμένος που γνώριζα το διάσημο Ευγένιο Τριβιζά και αυτός είχε εντυπωσιαστεί που ήμουν (οκ, θα γινόμουν) Μαθηματικός!

Πάνε λοιπόν περίπου είκοσι χρόνια από τότε. Ο Τριβιζάς είναι ακόμα πιο διάσημος έχοντας γράψει καμιά 150αριά βιβλία για παιδιά και εγώ, ενώ πήρα το πτυχίο Μαθηματικών, ουσιαστικά δεν έγινα ποτέ μου Μαθηματικός. Κατόρθωσα όμως άλλα πράγματα, όπως π.χ. να σας γράφω για όλα αυτά που μου συνέβησαν και μπορώ να πω πως νιώθω τόσο μα τόσο μα τόσο χαρούμενος 🙂

Σήμερα λοιπόν θα σας πω για το βιβλίο που διάβασα στον Αντρέα και το Γιάννη πριν πάνε για ύπνο. Ήταν και οι δύο πάνω μου, ένας στο κάθε γόνατο και άκουγαν με προσοχή. Μου αρέσει όταν τους διαβάζω να αλλάζω φωνές αναλόγως τον ήρωα, αν π.χ. έχει στρατιωτάκι αμέσως κάνω πιο κοφτή τη φωνή, αν έχει κοριτσάκι πιο γλυκιά, αν έχει ποντικάκι (από τις αγαπημένες μου φωνές) πιο τσιριχτή κ.ο.κ. Ήταν λοιπόν ένας ποντικούλης, ο Τρωκτικούλης. Είχε μια μανία που λέτε να θέλει να πιάσει έστω και ένα αστεράκι. Τόσο μεγάλη εντύπωση του έκαναν όπως τα έβλεπε τα βράδια πάνω στον ουρανό. Παρακαλούσε τον παππού του να τον σηκώσει ψηλά να τα φτάσει κι αυτός του έλεγε πως δεν μπορεί, είναι πολύ πολύ ψηλά, κανείς δεν τα φτάνει. Μια μέρα, ένα χριστουγεννιάτικο έλατο «ξεφύτρωσε» στο σαλόνι του σπιτιού που έμεναν και στην κορυφή του είχε ένα λαμπρό αστέρι. Ήταν πλέον σίγουρος. Ήξερε πως ήταν η ευκαιρία του…

(…) Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε ένα ναυτάκι.

-Γεια σου, ποντικάκι, του είπε το ναυτάκι. Για πού το ‘βαλες;

-Πάω ν’ αγγίξω ένα αστεράκι.

-Αστεράκι; Ποιος ο λόγος ν’ αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; είπε το ναυτάκι. Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ πολύ, μα πάρα πολύ καλύτερο.

-Τι;

-Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε, λοιπόν, εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι, θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη μου ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό: εκατό ροζ ρουμπίνια και χίλια πράσινα σμαράγδια! Θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

-Δε θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις, ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

-Τι θέλεις;

-Ν’ αγγίξω ένα αστεράκι. Πως το λένε, ρε παιδιά; Θέλω ν’ αγγίξω ένα αστεράκι! Ένα αστεράκι! Δε θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν’ αγγίξω κι εγώ. Πώς το λένε; Ένα αστεράκι! (…)

Πολύ γλυκό, με ωραία νοήματα όπως πάντα και με τα υπέροχα σκίτσα του Στίβεν Γουέστ. Το συστήνω για κάθε παιδάκι.

Εκδόσεις Μεταίχμιο (και ελληνικά γράμματα). Βαθμολογία 8/10

1Q84 – Βιβλίο ΙΙ – Χαρούκι Μουρακάμι

1q84-2ΟΠΩΣ ίσως θυμάστε βρήκα το πρώτο βιβλίο της τριλογίας αρκετά ενδιαφέρον και μάλιστα περίμενα να πέσει στα χέρια μου το δεύτερο μέρος για να δω τη συνέχεια. Ε, λοιπόν η φίλη μου η Αθηνά από τη δουλειά που έτυχε να διαβάσει το σχόλιο μου αυτό, ήρθε πριν μερικές μέρες στο γραφείο φέρνοντας το. Το κακό είναι πως μάλλον απογοητεύτηκα. Όχι από την Αθηνά που μου το έφερε. Από το ίδιο το βιβλίο. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά το γιατί, απλώς τελειώνοντας το και ενώ υποτίθεται πως θα περίμενα πως και πώς να διαβάσω το τρίτο και τελευταίο μέρος, πιάνω τον εαυτό μου να μη με ενδιαφέρει και τόσο. Θα το διαβάσω και αυτό αν πέσει τελικά κάπως στα χέρια μου (ακούς Αθηνά;), αλλά δε θα το αγόραζα με τίποτα.

(…) Τώρα το καταλάβαινε καθαρά πως δεν είχε νόημα να ξαναγράψει το παρελθόν με διαφορετικό τρόπο. Αυτό ακριβώς του είχε επισημάνει και η μεγαλύτερη σε ηλικία φιλενάδα του. Και είχε δίκαιο. Με όση ζέση και λεπτομέρεια κι αν ξανάγραφε διαφορετικά το παρελθόν, ο κύριος όγκος των πραγματικών συνθηκών της ζωής του δεν άλλαζε. Ο χρόνος έχει αναμφισβήτητα τη δύναμη να ακυρώνει τη μία μετά την άλλη όλες τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Να αντικαθιστά τις αναθεωρήσεις που του επέβαλαν εκείνοι με κάποιες αλλαγές και να επανέρχεται στην αρχική ροή του. Παρότι υπήρχαν λίγες αλλαγές στις λεπτομέρειες των γεγονότων, τελικά ο Τένγκο εξακολουθούσε να είναι αυτός που ήταν και όχι κάποιος άλλος.

Ίσως έπρεπε να κοιτάξει απλώς με εντιμότητα το παρελθόν. Μόνο έτσι θα μπορούσε να προδιαγράψει ένα μέλλον που θα ήταν σαν να ξανάγραφε το παρελθόν διαφορετικά. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. (…)

Η ιστορία έχει επικεντρωθεί ξεκάθαρα στους δύο βασικούς ήρωες, τον Τένγκο και την Αομάμε. Όλοι οι υπόλοιποι, όπως ο Κομάτσου ή η Κυρία εμφανίζονται από ελάχιστα έως καθόλου, εκτός από την Φουκαέρι που δείχνει να έχει σαφώς μια θέση κλειδί και αναλαμβάνει έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο σε αυτό το μέρος. Η διήγηση γίνεται πολύ πιο εσωτερική, διαβάζουμε σχεδόν συνεχώς τις σκέψεις των ηρώων, τους προβληματισμούς τους, αντιλαμβανόμαστε την τεράστια μοναξιά τους. Έχουν καταλάβει πως ζουν πλέον στο 1Q84. Από κάπου μπήκαν σε αυτό τον παράλληλο κόσμο των δύο φεγγαριών και δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουν. Ψάχνουν εναγωνίως ο ένας τον άλλον, συνειδητοποιώντας πως άσκοπα καθυστέρησαν είκοσι χρόνια. Ποτέ όμως δεν είναι αργά. Είναι σίγουροι πως κάπως θα τα καταφέρουν. Άλλωστε, όπως λέει και η Φουκαέρι, βρίσκονται πολύ κοντά.

(…) Ο Τένγκο έκανε ότι του ζήτησε. Έκλεισε το φως που κρεμόταν από το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας, γδύθηκε, πήρε τις πιτζάμες του και τις φόρεσε. Ωχ, πότε τις  έπλυνα τελευταία φορά; αναρωτήθηκε καθώς άλλαζε. Αφού δεν το θυμόταν, μάλλον είχε πολύ καιρό να τις πλύνει. Ευτυχώς που δε μύριζαν ιδρώτα. Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν ίδρωνε και πολύ, ούτε και είχε έντονη σωματική οσμή. Πάντως, καλό είναι να τις πλένω συχνότερα, συλλογίστηκε. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το θέμα είναι να διατηρεί τις πιτζάμες του πάντα καθαρές. (…)

Απαντήθηκαν αρκετά ερωτήματα του πρώτου μέρους, άλλαξε όμως ο τρόπος γραφής, η δράση μειώθηκε στο ελάχιστο και προσωπικά με κούρασε σε σημείο να μη με απασχολεί αν τελικά θα βρεθούν οι δυο τους και τι είναι όλη αυτή η ιστορία με τα Ανθρωπάκια, την ντότα, τη μόδα, τους Δέκτες και τους Αντιλήπτορες. Θα προτιμούσα να έβρισκα κάποιον δηλαδή που διάβασε το τελευταίο μέρος και να τον ρωτούσα τι έγινε μετά -έτσι απλώς για να μου φύγει η όποια περιέργεια- παρά να το διαβάσω.

(…) «Ο Τσέχοφ», είπε ο Ταμάρου καθώς σηκωνόταν αργά, ‘λέει πως αν ένα όπλο εμφανιστεί στην αφήγηση, τότε οφείλει να εκπυρσοκροτήσει». (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 5,5/10

Σκέψου έναν αριθμό – Τζον Βέρντον

σκέψου έναν αριθμόΕΙΧΑ καιρό να διαβάσω τόσο καλό αστυνομικό και χαίρομαι που το τελείωσα μόλις πριν λίγα λεπτά και θα είναι το πρώτο βιβλίο που παρουσιάζω για το 2014! Πρώτο μυθιστόρημα του Βέρντον και όμως μοιάζει ήδη σαν να έγραφε για χρόνια…

Ήρωας μας ο Ντέιβιντ Γκάρνεϊ, ένας 47χρονος πρώην αστυνομικός που βγήκε πρόσφατα σε σύνταξη και ζει με τη γυναίκα του Μάντλιν στην αγροικία τους, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στους ήρεμους ρυθμούς της εξοχής. Καθότι πολύ διάσημος και με σημαντικές επιτυχίες στην καριέρα του στην εξιχνίαση εγκλημάτων, όταν ένας πρώην συμφοιτητής του, ο Μαρκ Μέλερι, διευθυντής ενός Ινστιτούτου Πνευματικής Ανανέωσης και συγγραφέας σχετικών πνευματικών βιβλίων δέχεται κάποια περίεργα ποιήματα/μηνύματα από έναν άγνωστο, ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε ζητώντας τη βοήθεια του.

Στην αρχή ο Γκάρνεϊ δεν ήθελε να εμπλακεί, αλλά τον τράβηξε το γεγονός πως ο άγνωστος είχε καταφέρει να μαντέψει έναν φαινομενικά τυχαίο αριθμό που ζήτησε να του πει ο Μέλερι. Στο πρώτο μήνυμα του ζητούσε από τον Μέλερι να σκεφτεί έναν αριθμό και μετά να κοιτάξει έναν σφραγισμένο φάκελο μπροστά του. Ο Μέλερι σκέφτηκε τον αριθμό 658 και όταν άνοιξε τον φάκελο είδε με έκπληξη και τρόμο γραμμένο τον ίδιο αριθμό! Στο δεύτερο μήνυμα του δε, ο άγνωστος αναφέρει εμμέσως πως γνωρίζει για το πρόβλημα που είχε ο Μέλερι στο παρελθόν με το αλκοόλ. Ο Μέλερι είναι πολύ ανήσυχος ποιος μπορεί να παίζει αυτό το παιχνίδι μαζί του και έτσι ο Γκάρνεϊ δέχεται να τον βοηθήσει.

Όταν ο Μέλερι βρίσκεται δολοφονημένος όλα τα στοιχεία δείχνουν πως βρισκόμαστε στην αρχή μιας ιστορίας πολύ μεγαλύτερης και οι επόμενοι δύο φόνοι -που ακολουθούν παρόμοιο μοτίβο- απλώς το επιβεβαιώνουν. Ο Γκάρνεϊ δέχεται μια πρόσκληση από την εισαγγελία να βοηθήσει ως ειδικός ερευνητής και λόγω της σχέσης του με το πρώτο θύμα, αλλά και λόγω της εμπειρίας του με τους κατά συρροή δολοφόνους. Δεν είναι σίγουρος αν θέλει να το κάνει αυτό, κυρίως για την Μάντλιν, στην οποία υποσχέθηκε πως θα τα αφήσει όλα αυτά πίσω του πια, ειδικά μετά την οικογενειακή τους τραγωδία. Όμως ξέρει και αυτός αλλά και η Μάντλιν καλύτερα ακόμα, πως δεν μπορεί να αρνηθεί.

(…) «Ο Χολμς ταξινόμησε τους κατά συρροή δολοφόνους με βάση τα κίνητρά τους – ο τύπος που ωθείται από φανταστικές φωνές˙ ο τύπος που είναι σε αποστολή για να απαλλάξει τον κόσμο από κάποια αφόρητη ομάδα, μαύρους, γκέι, οτιδήποτε˙ ο τύπος που επιδιώκει ολοκληρωτική κυριαρχία˙ ο τύπος που κυνηγά τις έντονες εμπειρίες και γι’ αυτόν η πιο έντονη απ’ όλες είναι ο φόνος˙ και ο σεξουαλικός δολοφόνος. Όμως έχουν όλοι ένα κοινό στοιχείο…»

 «Είναι όλοι τους παλαβοί», είπε ο Μπλατ με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.

 «Καλή επισήμανση», είπε η Χόλντενφιλντ με μια θανάσιμα γλυκερή φωνή, «αλλά το κοινό σημείο που έχουν όλοι είναι μια τρομερή εσωτερική ένταση. Όταν σκοτώνουν κάποιον ανακουφίζονται προσωρινά από αυτή την ένταση». (…)

Είχα καιρό να βάλω 8άρι, αλλά το άξιζε. Με κράτησε σε αγωνία και περίμενα πως και πώς να «κλέψω» χρόνο να το συνεχίσω από κει που το άφησα. Ανυπομονώ να διαβάσω το επόμενο βιβλίο του.

(…) «Είσαι πολύ λογικός άνθρωπος. Πιστεύεις ότι ο δολοφόνος είναι τόσο λογικός κι αυτός;

«Α, ναι. Λογικός και παθολογικός εξίσου. Σε ακραίο βαθμό και τα δύο.» (…)

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 8/10