1Q84 – Χαρούκι Μουρακάμι

1q84ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ αλλά το ομολογώ: Δεν τον ήξερα τον Μουρακάμι. Αν και ήταν και φετινός υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το όνομα του δε μου έλεγε τίποτα. Πριν από περίπου ενάμιση μήνα και με αφορμή ένα Facebook post μου σχετικό με κολύμπι και τρέξιμο, έλαβα το εξής σχόλιο από την ξαδέλφη μου Μαρία: «Ξάδελφε, διάβασες το βιβλίο του Μουρακάμι “Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο”;». Δεν ήξερα ούτε το βιβλίο, ούτε τον συγγραφέα και είχα αποφασίσει να τον αναζητήσω. Μπήκα στο διαδίκτυο λοιπόν και διάβασα κάποια βιογραφικά κυρίως στοιχεία, πως είχε ένα τζαζ κλαμπ με τη γυναίκα του και κάποια στιγμή τυχαία μετά από έναν αγώνα μπέιζμπολ που παρακολούθησε, ένιωσε την ανάγκη να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Έτσι άρχισαν όλα. Παράλληλα άρχισε να τρέχει για να διατηρείται σε φόρμα και πλέον τρέχει σε μαραθώνιους σε όλο τον κόσμο (έχει μάλιστα τρέξει και στην κλασική διαδρομή του Μαραθωνίου στην Αθήνα). Την ίδια μέρα πήγα σπίτι του Πόλυ και της Εύας και στο κομοδίνο της Εύας είδα το 1Q84. Το έπιασα στα χέρια μου και μόλις είδα το όνομα του συγγραφέα, ενθουσιάστηκα! Η Εύα μόλις το είχε ξεκινήσει είδε όμως το πάθος και την ένταση στο πρόσωπο μου και θεώρησε πρέπον και σωστό για την ψυχική μου υγεία αλλά βεβαίως και για την ηρεμία της να μου το δώσει να το διαβάσω.

Ήρωες μας ο Τένγκο και η Αομάμε. Βρισκόμαστε στο 1984. Ο Τένγκο είναι μαθηματικός και εργάζεται σε φροντιστήριο. Εκτός από τα μαθηματικά, έχει άλλη μια μεγάλη αγάπη, τη λογοτεχνία. Είναι καλός συγγραφέας και έχει μπει αρκετές φορές στη βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, χωρίς όμως ποτέ να το έχει κερδίσει. Μια μέρα, ο φίλος, μέντορας και συνεργάτης του ο Κομάτσου που εργάζεται ως σύμβουλος εκδόσεων, έχει μια ιδέα: Του προτείνει να ξαναγράψει ο ίδιος το μυθιστόρημα «Χρυσαλλίδα του Αέρα» μιας νεαρής δεκαεπτάχρονης της Φουκαέρι, γιατί ενώ έχει πολύ δυνατή ιστορία που θα την έκανε να κερδίσει όχι μόνο το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα αλλά ακόμη και το Ακουταγκάουα (το σπουδαιότερο Ιαπωνικό λογοτεχνικό βραβείο), πάσχει στον τρόπο γραφής και στην γλώσσα. Τα έργα του Τένγκο αντίθετα, ενώ δεν έχουν δυνατή ιστορία, είναι άρτια από αυτή την άποψη. Οπότε θεωρεί πως αν το έγραφε ξανά ο Τένγκο (με τη συγκατάθεση πάντα της Φουκαέρι σε αυτή την «απάτη») θα την βοηθούσαν να κέρδιζε το πρώτο βραβείο. Ενώ στην αρχή ο Τένγκο είναι αρνητικός, γνωρίζοντας την όμορφη, λιγομίλητη και αινιγματική Φουκαέρι που μιλάει με τρόπο επίπεδο, χωρίς ολοκληρωμένες προτάσεις και χωρίς να βάζει ερωτηματικό στο τέλος της κάθε ερώτησης, αλλάζει γνώμη και αποφασίζει να το ξαναγράψει, μη γνωρίζοντας σε ποια μεγαλύτερη ιστορία μπλέκεται…

(…) Καθώς έφτιαχνε το βραδινό του, κατάλαβε πως του είχε κοπεί εντελώς η όρεξη. Μόλο που πείναγε σαν λύκος πριν από λίγο, τώρα δεν ήθελε να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σκέπασε το φαγητό που είχε μισομαγειρέψει με μια διαφανή μεμβράνη και το έβαλε στο ψυγείο. Μετά κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και ήπιε την μπύρα του σιωπηλά, κοιτώντας το ημερολόγιο στον τοίχο. Του το είχε κάνει δώρο η τράπεζά του και είχε φωτογραφίες του βουνού Φούτζι και στις τέσσερις εποχές. Δεν είχε ανέβει ποτέ στο Φούτζι, ούτε στον Πύργο του Τόκιο, ούτε σε ταράτσα ουρανοξύστη. Ποτέ δεν τον ενδιέφεραν τα ψηλά μέρη. Αναρωτήθηκε γιατί. Ίσως γιατί σε όλη του τη ζωή κοίταζε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. (…)

Η Αμομάμε, είναι μια νεαρή και δυναμική γυναίκα. Ζούσε με την οικογένεια της στην Κοινωνία των Μαρτύρων, μια θρησκευτική κλειστή κοινότητα, μέχρι τα δέκα της χρόνια, ώσπου δεν άντεξε και απέδρασε. Απόφοιτη γυμναστικής ακαδημίας και εξπέρ πολεμικών τεχνών, εργάζεται σε γυμναστήριο όπου γνωρίζεται με την Κυρία. Η τελευταία της προτείνει να την βοηθήσει να εξολοθρεύει άνδρες που δεν πρέπει πλέον να συνεχίσουν να ζουν, γιατί αποδεδειγμένα (;) δεν θα αλλάξουν και θα συνεχίσουν να κάνουν κακό, να καταπιέζουν, να βιάζουν, να δέρνουν, να εκμεταλλεύονται καταστάσεις και ανθρώπους για προσωπικές φιλοδοξίες. Η Αομάμε πλέον εργάζεται ως δολοφόνος.

(…) Τα δάχτυλα της εντόπιζαν τους μυς της Κυρίας έναν προς έναν, σαν να ακολουθούσαν τους δρόμους ενός χάρτη. Θυμήθηκε λεπτομερώς το βαθμό έντασης, σκληρότητας και αντίστασης κάθε μυός, σαν πιανίστας που έχει απομνημονεύσει μια μεγάλη παρτιτούρα. Απομνημόνευε ενδελεχώς ό,τι είχε σχέση με το σώμα. Ακόμη κι αν ξεχνούσε κάτι, το θυμούνταν τα δάχτυλα της. Αν ένιωθε ένα μυ λίγο διαφορετικό απ’ ότι συνήθως, τον διέγειρε από διαφορετικές γωνιές, με διαφορετικούς βαθμούς δύναμης, ελέγχοντας το είδος της αντίδρασης. Ήταν πόνος, ευχαρίστηση ή μούδιασμα; Δε χαλάρωνε απλώς τους κόμπους ενός τραβηγμένου μυός, αλλά έδειχνε και στην Κυρία πώς να τον κινεί μόνη της. Βέβαια, υπήρχαν και σημεία που δεν μπορούσε να τα ανακουφίσει μόνη της η Κυρία και εκεί της έκανε προσεκτικές διατάσεις η Αομάμε. Πάντως, οι μύες εκτιμούσαν περισσότερο και καλοδέχονταν πάνω απ’ όλα την καθημερινή προσπάθεια αυτοΐασης.(…)

Σε κάθε κεφάλαιο διαβάζουμε εναλλάξ την ιστορία του κάθε ήρωα. Στην αρχή δεν φαίνεται να έχουν την οποιαδήποτε σχέση αλλά περίπου στη μέση του βιβλίου καταλαβαίνουμε πως τελικά κάπως θα μπλεχτούν. Σημείο τομής στις ιστορίες των δύο φαίνεται να είναι το ακροαριστερό, επαναστατικό, αγροτικό κοινόβιο Σακιγκάκε που αφότου διέρρηξε τις σχέσεις του με το μαχητικό, μυστικιστικό κομμάτι του, το Ακεμπόνο, έχει πλέον εξελιχθεί (!) σε Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο πολύ λίγα πράγματα βγαίνουν έξω από τους κόλπους του. Και ο Τένγκο αλλά και η Αμομάμε κάποια στιγμή και για διαφορετικούς λόγους επιδιώκουν να μάθουν περισσότερα για το Σακιγκάκε, να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.

Ωραίο, καλογραμμένο, με πιο δυτική προσέγγιση, καμία σχέση π.χ. με την Γυόκο Ογκάουα που όταν τη διαβάζεις μεταφέρεσαι αυτόματα σε ασιατικά τοπία και νοοτροπίες. Αν έβαζα ελληνικά ονόματα στους ήρωες και τις πόλεις, θα μπορούσα εύκολα να πείσω πως διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Διαβάζεται εύκολα και γρήγορα. Γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον από τη στιγμή που αρχίσουν και μπλέκονται οι ιστορίες. Το 1Q84 αποτελείται από τρία βιβλία. Τα παραπάνω βασίζονται στο πρώτο βιβλίο της σειράς και τελειώνοντας το, κατάλαβα πως πρέπει να αγοράσω το δεύτερο τώρα βιβλίο για να μάθω τι θα γίνει μετά. Παρεμπιπτόντως, το τι σημαίνει ο τίτλος το αναφέρει η Αμομάμε σχετικά νωρίς στην ιστορία 😉

Και έτσι για το τέλος, κάτι που με άγγιξε λίγο πιο προσωπικά…

(…) «Τι ακριβώς μου αρέσει στα μαθηματικά με ρώτησες, ε;» Ο Τένγκο πιάστηκε από την ερώτηση μπας και κατάφερνε να τραβήξει τα μάτια του από το στήθος και από τα δάχτυλα της. «Τα μαθηματικά λοιπόν είναι σαν το τρεχούμενο νερό. Αναμφίβολα έχουν και μπόλικη δύσκολη θεωρία, η βασική λογική τους όμως είναι απλούστατη. Όπως το νερό που τρέχει από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, διανύοντας τη μικρότερη απόσταση, έτσι και οι αριθμοί ρέουν προς μια μόνο κατεύθυνση. Αν τα παρατηρήσεις καλά, οι ροή τους σου αποκαλύπτει τα πάντα. Εσύ δεν κάνεις τίποτα, μόνο κάθεσαι και παρατηρείς. Συγκεντρώνεσαι, έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και οι αριθμοί σιγά σιγά σου τα φανερώνουν όλα. Μόνο από τα μαθηματικά έχω νιώσει τέτοια τρυφερότητα στα ζωή μου». (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 7/10

Advertisements

Υπόθεση Jacob – Γουίλιαμ Λάντεϋ

Υπόθεση JacobΓΙΑ κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο δεν είχα μέχρι σήμερα διαβάσει και παρουσιάσει κάποιο βιβλίο των εκδόσεων Διόπτρα. Αυτό το κενό παρατήρησε μια μέρα η Κοραλία διαβάζοντας το blog μου και μου πρότεινε -αν ήθελα- να μου στείλει να διαβάσω μερικά βιβλία της σειράς των αστυνομικών τους. Νομίζω πως η απάντηση μου ήταν προφανής.

Ήρωας μας ο Άντριου (ή Άντι) Μπάρμπερ, δικηγόρος, πρώην α’ βοηθός εισαγγελέα στο Νιούτον της Βοστόνης. Ξεκινάει το πρώτο κεφάλαιο με μια σκηνή από δικαστήριο όπου ο Άντριου είναι στη θέση του μάρτυρα και τον εξετάζει ο Λάτζουντις, ο νυν α’ βοηθός εισαγγελέα και πρώην προστατευόμενος του Άντριου. Από τα χείλη του τελευταίου μαθαίνουμε πως ένα παιδί βρέθηκε δολοφονημένο με τρεις μαχαιριές στο στήθος. Αποφασίζει να αναλάβει προσωπικά την υπόθεση και προσανατολίζεται σε έναν συγκεκριμένο δολοφόνο, όταν ξαφνικά όλα αλλάζουν αφού ενοχοποιείται ο γιος του ο Τζέικομπ. Ταυτοποιήθηκε το αίμα του πάνω στο μπλουζάκι του δολοφονημένου.

(…) Η παιδική μου ηλικία τελείωσε εκείνο το καλοκαίρι. Έμαθα τη λέξη φόνος. Ωστόσο, δεν είναι αρκετό να σου πουν μια λέξη τέτοιας βαρύτητας. Θα πρέπει να τη βιώσεις, να την κουβαλάς μαζί σου. Θα πρέπει να στριφογυρίζεις διαρκώς γύρω της, να τη βλέπεις από αλλιώτικες γωνίες, διαφορετικές ώρες της ημέρας, κάτω από διάφορα φώτα, μέχρι να καταλάβεις, μέχρι να το εμπεδώσεις. (…)

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε α’ πρόσωπο, οπότε συνεχώς το μόνο που διαβάζουμε είναι οι σκέψεις αλλά και η υποκειμενική –αναπόφευκτα- σκοπιά του Άντι για την υπόθεση. Ο Λάτζουντις τον ανακρίνει και τον προτρέπει να εξιστορήσει με το δικό του τρόπο τα γεγονότα, πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη δίκη, οπότε καταλαβαίνουμε πως κάπως έχει λήξει το όλο θέμα, αλλά σαφώς δεν ξέρουμε πως. Ο Άντι λοιπόν αρχίζει να μιλάει και να παραθέτει τα δεδομένα στους ενόρκους και έτσι κι εμείς μαθαίνουμε το πώς άλλαξαν οι ισορροπίες στην οικογένεια τους και κυρίως πως επηρέασε αυτό τη γυναίκα του Λόρι, η οποία άρχισε να έχει τις αμφιβολίες της για το γιο τους, σε αντίθεση με τον Άντριου που ποτέ δεν πίστεψε (δεν επέτρεψε στον εαυτό του να αμφιβάλει γι’ αυτό ούτε στιγμή!) πως θα μπορούσε ο γιος τους να είναι ένοχος.

(…) Σαν παιδί, πίστευα πάντα πως υπήρχε κάτι δραματικό στο ότι ήμουν ο Άντι Μπάρμπερ, όμως η εμπειρία του να είσαι η Λόρι Γκολντ θα πρέπει να κουβαλούσε μυστικά και θλίψη. Θα παρέμενε πάντα ένα μυστήριο, όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Όσο κι αν προσπάθησα να διεισδύσω στον πυρήνα της ύπαρξης της, με τα λόγια, τα φιλιά, τον έρωτά μου, το μόνο που κατάφερα ήταν να τη γνωρίσω λιγάκι μόνο. Το παραδέχομαι πως ήταν μια παιδιάστικη επιθυμία –ποτέ δεν μπορείς να μάθεις καλά κάποιον που αξίζει να τον γνωρίσεις και ποτέ δεν μπορείς να κατακτήσεις πλήρως κάποιον που αξίζει να κατακτηθεί- αλλά στην τελική, ήμαστε παιδιά τότε. (…)

Σημαντικό στοιχείο στην όλη υπόθεση, το λεγόμενο κληρονομικό γονίδιο. Γεννιόμαστε ή γινόμαστε δολοφόνοι; Ο Άντριου κατάγεται από μια οικογένεια δολοφόνων. Ο πατέρας και παππούς του ήταν δολοφόνοι και μάλιστα ο πατέρας του ήταν ακόμα στη φυλακή. Το στοιχείο αυτό το είχε αποκρύψει από τη γυναίκα του, γιατί δεν ήθελε να πάει τίποτα στραβά στη σχέση τους όταν την πρωτογνώρισε και μετά απλώς το απώθησε από τη μνήμη του, όπως απώθησε και τον ίδιο του τον πατέρα. Δεν υπάρχει καμία επιστημονική τεκμηρίωση για την κληρονομικότητα δολοφονικών ενστίκτων, αλλά είναι κάτι που οφείλει πλέον να εξετάσει, μιας και ξέρει πως ο Λάτζουντις θα το φέρει στην επιφάνεια. Και αποφασίζει να πάει στη φυλακή, να επισκεφθεί τον πατέρα του που έχει να δει από μικρό παιδί.

(…) Δίπλα μου καθόταν ο Τζέικομπ, αυτός ο γρίφος που είχαμε φτιάξει με τη Λόρι. Το μέγεθος του, η ομοιότητα του σε μένα, η πιθανότητα μεγαλώνοντας να μου μοιάσει ακόμα περισσότερο, όλα αυτά με διέλυαν. Όλοι οι πατεράδες έχουν έρθει αντιμέτωποι μ’ εκείνη την άβολη στιγμή που κοιτάζεις το παιδί σου και βλέπεις ένα παράξενο, διαστρεβλωμένο αντίγραφο του εαυτού σου. Είναι λες και για λίγο οι ταυτότητες σας συμπίπτουν. Βλέπεις μια άποψη, μια αντανάκλαση του παιδιού που κρύβεις μέσα σου, να παίρνει σάρκα και οστά. Είναι όπως εσύ, αλλά όχι εσύ, γνώριμος μαζί και ξένος. Σαν να κάνεις μια νέα αρχή, ένα καινούριο ξεκίνημα. Και ταυτόχρονα είναι τόσο άγνωστος όσο οι άνθρωποι που προσπερνάς στην καθημερινότητα σου. Χαμένος στις σκέψεις μου, με το χέρι μου περασμένο στην πλάτη της καρέκλας του, τον άγγιξα στον ώμο. (…)

Το πολύ ενδιαφέρον του βιβλίου και που το κάνει ξεχωριστό είναι που βλέπουμε το πώς αλλάζει η ζωή της οικογένειας του Τζέικομπ ασχέτως του αν είναι ένοχος ή όχι τελικά. Ο στιγματισμός του ως βασικός ύποπτος δολοφονίας και η αντιμετώπιση του από την κοινωνία, το περιβάλλον αλλά και την οικογένεια του, είναι ίσως το ίδιο διαβρωτικός με το να είναι πράγματι ένοχος.

Για το τέλος δε, δεν έχω κάτι να πω. Καλύτερα να το ανακαλύψετε μόνοι σας 😉

Εκδόσεις Διόπτρα. Βαθμολογία 7/10

Παραμύθια από το τηλέφωνο – Τζιάνι Ροντάρι

παραμύθια από το τηλέφωνοΟΤΑΝ ήμουν παιδάκι, εκεί γύρω στα πέντε-έξι, έπρεπε το βράδυ για να κοιμηθώ ο παπάς μου να κάθεται δίπλα μου και να μου λέει ιστορίες. Έμενε δίπλα μου αρκετή ώρα και μόλις τυχόν δοκίμαζε να φύγει σιγά-σιγά και διακριτικά, αμέσως άνοιγα τα μάτια και του έλεγα πως δεν κοιμάμαι, να γυρίσει πίσω – κατάσταση που βιώνω απαράλλακτη κι εγώ τώρα με τα δικά μου παιδιά.

Ένα βράδυ έφερε μαζί του αυτό το βιβλίο. Δεν έχω ιδέα που το βρήκε, εκ των υστέρων πιστεύω πως η μάμμα μου θα του το έδωσε. Μου είπε λοιπόν πως ο Κος Μπιάνκι από το Βαρέζε της Ιταλίας (ουάου! Της Ιταλίας!) ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και χρειαζόταν να λείπει από το σπίτι για δουλειές έξι μέρες την εβδομάδα και έτσι δεν μπορούσε τα βράδια να είναι κοντά στην κορούλα του. Της μικρής της άρεσαν οι ιστορίες και η μαμά της είχε πει όλες όσες ήξερε και από τρεις φορές μάλιστα, οπότε κάθε Κυριακή που γυρνούσε για λίγες ώρες στο σπίτι, τον έπιανε η κορούλα του και του έλεγε: «Μπαμπά μην ξεχάσεις κάθε βράδυ να με παίρνεις τηλέφωνο να μου λες μια ιστορία». Έτσι, κάθε βράδυ στις εννιά την έπαιρνε τηλέφωνο απ’ όπου και αν βρισκόταν και της έλεγε ένα παραμυθάκι μικρό (γιατί τα υπεραστικά τηλέφωνα κοστίζουν!) για να κοιμάται ήσυχη. Αυτό το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του λοιπόν είχε συγκεντρωμένες όλες αυτές τις ιστορίες (67 τον αριθμό παρακαλώ!) που έλεγε ο Κος Μπιάνκι στο παιδάκι του όταν έλειπε και συμφωνήσαμε πως θα κάναμε κι εμείς το ίδιο. Θα μου διάβαζε κάθε βράδυ μόνο μια τέτοια ιστορία και μετά… ύπνο!

(…) Πήρε μολύβι και χαρτί κι έκανε το λογαριασμό της ζημιάς που προκαλούσαν τα παιδιά του Μπούστο Αρσίτζιο, σπάζοντας τόσα ωραία και χρήσιμα πράγματα μ’ αυτόν τον τρόπο. Βγήκε ένας φοβερός αριθμός: Χιλιάντα, πολλάντα, δεκατέσσερα και τριάντα τρία.

-Με τα μισά απ’ αυτά, – απόδειξε ο λογιστής Γκαμπερόνι – μπορούμε να φτιάξουμε ένα μέγαρο για σπάσιμο και να υποχρεώσουμε τα παιδιά να το κάνουν κομμάτια: αν δε γιατρευτούν και μ’ αυτό το σύστημα, δε θα γιατρευτούν ποτέ.

Η πρόταση έγινε αποδεκτή, και το μέγαρο χτίστηκε στο πι και φι. Ήταν εφτά πατώματα ψηλό, είχε ενενήντα εννιά δωμάτια, κάθε δωμάτιο ήταν γεμάτο από έπιπλα και κάθε έπιπλο κατάγιομο από  σκεύη και μπιμπλό, χωρίς να λογαριάσουμε τους καθρέφτες και τις βρύσες. Την ημέρα των εγκαινίων δώσανε σ’ όλα τα παιδιά από ένα σφυρί και μ’ ένα νεύμα του δημάρχου οι πόρτες του μεγάρου για σπάσιμο άνοιξαν διάπλατα. (…)

Μπορεί να μη θυμάμαι αν και πώς λειτούργησε όλο αυτό στο να κοιμάμαι πιο γρήγορα ως παιδί (απ’ όσο μου λένε, δεν…) αλλά θυμάμαι πώς περίμενα να έρθει αυτή η ώρα κάθε βράδυ. Σχεδόν βίωνα την ίδια χαρά του παιδιού στο βιβλίο. Ένιωθα να είμαι εγώ αυτό το παιδάκι και ρουφούσα κάθε λέξη του παραμυθιού. Ίσως είναι από τις πιο έντονες παιδικές μου αναμνήσεις. Ζούσα μέσα στις ιστορίες του.

Δεν είχα ασχοληθεί ξανά έκτοτε με το βιβλίο. Πριν κάποια χρόνια όταν πρωτο-μείναμε με την Αγγελική μαζί και πριν καν παντρευτούμε, μου εκμυστηρεύτηκε χαριτολογώντας ένα βράδυ πως θα της άρεσε να της έλεγα καμιά ιστορία πριν κοιμηθεί. Αμέσως συνειρμικά θυμήθηκα το βιβλίο αυτό και το αναζήτησα. Συγκινήθηκα όταν το πήρα ξανά στα χέρια μου στην ίδια έκδοση (Τεκμήριο) που είχα και τότε. Η Αγγελική δυστυχώς κοιμότανε συνήθως πριν καν τελειώσει η κάθε ιστορία και έτσι το βιβλίο μπήκε σύντομα στο ράφι. Όταν μετά από κάποια χρόνια κάναμε παιδιά, βρήκε ξανά τη θέση που του ταιριάζει στις καρδιές πλέον των παιδιών μου. Πολύ πρόσφατα δε, όταν καθαρίσαμε την αποθήκη στο πατρικό μου, βρήκα ξανά και το αυθεντικό βιβλίο. Ο Τζιάνι Ροντάρι έγραψε αυτό το βιβλίο το 1962 και παρόλαυτα οι ιστορίες και σήμερα που τις διαβάζω είναι πολύ ενδιαφέρουσες και καθόλου κοινότυπες.

Εκδόσεις Τεκμήριο (και εκδόσεις Μεταίχμιο). Βαθμολογία 8/10