Η γενιά των 1.000€ – αντόνιο ινκορβάια, αλεσάντρο ριμάσα

η γενιά των 1000 ευρώΤΟ una faccia una razza σε όλο του το μεγαλείο! Ναι, μοιάζουμε σε πολλά με τους Ιταλούς και δη τους Μιλανέζους. Έχουμε παρόμοια άγχη, ίδιες ανάγκες και καθόλου λεφτά στην τσέπη για να τις ικανοποιήσουμε. Η γενιά των 1.000€ μιλάει για τέσσερις νεαρούς (τρεις άντρες και μία κοπέλα) που λόγω των περιορισμένων οικονομικών της εποχής συγκατοικούν για να μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Ο Κλαούντιο – ο κεντρικός χαρακτήρας- είναι στο τμήμα μάρκετινγκ μιας πολυεθνικής, με μια σύμβαση που δεν του κατοχυρώνει κανένα εργασιακό δικαίωμα. Η Ροσέλα ψάχνει για δουλειά, αλλά εργάζεται ως baby sitter, ο Αλέσιο δουλεύει στο ταχυδρομείο, γιατί εκεί είναι η σίγουρη θέση, αλλά ονειρεύεται να γίνει δημοσιογράφος και ο Ματέο ζει με τα λεφτά των γονιών του και αναλώνεται στα γυμναστήρια και τα ξενύχτια.

(…) Μα σήμερα έτσι έχουν τα πράματα: όσο καλά κι αν δουλεύεις, έτσι και η εταιρεία θεωρήσει πως δεν έχει τα απαραίτητα κεφάλαια για σένα –επειδή είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τα ξενοδοχεία των πέντε αστέρων, το σοφέρ, τα βίτσια και τις ασωτίες της διοίκησης-, η μοίρα σου έχει σφραγιστεί. Κι έπειτα τράβα να το διηγηθείς, όταν στέλνεις από δω κι από κει το βιογραφικό σου, πως έμεινες για ένα χρόνο στην ίδια θέση, επειδή σε είχαν πάρει δοκιμαστικά είτε ήσουν προσωρινός είτε είχες σύμβαση περιορισμένου χρόνου, κι ύστερα σ’ έστειλαν στο σπιτάκι σου για να προσλάβουν κάποιον άλλο που τους κόστιζε λιγότερο. (…)

Ένα βιβλίο εύκολο, χαλαρό γραμμένο σε απλή γλώσσα που απευθύνεται περισσότερο στους νέους που ψάχνουν για δουλειά, που τέλειωσαν τις σπουδές και δε θέλουν κάτι υπερβολικό. Θέλουν απλώς να ζήσουν την ηλικία τους, να δουν σοβαρά τι θα κάνουν με τη ζωή τους, με τη δουλειά τους, με τις σχέσεις τους, να πιουν ένα ποτό, να ψωνίσουν, να πάνε σινεμά, να ταξιδέψουν, πράγματα αυτονόητα περίπου έξη-εφτά χρόνια πριν για τη γενιά μας, πράγματα που όμως πλέον όχι μόνο δεν είναι αυτονόητα, αλλά μοιάζουν σαν βγαλμένα από ταινία.

 (…) Ένα βράδυ παρακολουθούσαμε μια από κείνες τις βαθυστόχαστες συζητήσεις του δελτίου ειδήσεων αφιερωμένη στην ευνοιοκρατία. Θυμάμαι πόσο είχε τσαντιστεί ο Άλε, πόσο έξαλλος είχε γίνει λέγοντας ότι σ’ εκείνο το κανάλι, τουλάχιστον οι μισοί από τους δημοσιογράφους που είχαν προσληφθεί ήταν «γιοι κάποιων». (…)

Το  βιβλίο απ’ όσο διαβάζω, ξεκίνησε από μια ιστοσελίδα. Οι συγγραφείς ανέβαζαν καθημερινά τις ιστορίες του Κλαούντιο και των άλλων σαν να έγραφαν σε blog. Ο κόσμος το αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή. Δεν είναι λίγοι αυτοί που απογοητεύτηκαν όταν κατάλαβαν πως οι ιστορίες τους δεν υπάρχουν πραγματικά. Μετά την τεράστια επιτυχία, έγινε βιβλίο που μεταφράστηκε και σε άλλες χώρες, δίνοντας του τον χαρακτηρισμό του best seller.

(…) Μένεις κατάπληκτος όταν αντιλαμβάνεσαι πως ένας κόσμος που σου μοιάζει τόσο μακρινός, σχεδόν εξωπραγματικός, όταν τον βλέπεις στην τηλεόραση, είναι ο ίδιος μ’ αυτόν μέσα στον οποίο ζεις, τον οποίο συναντάς και με τον οποίο αντιπαραβάλλεσαι κάθε μέρα, κάθε στιγμή. (…)

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 6/10

Advertisements

Έχω μια δυσκολία

100_6294…Για έναν καλό μικρό μου φίλο

ΕΧΩ μια δυσκολία. Με τους ανθρώπους. Όλοι γύρω μου ασχολούνται συνεχώς με ασήμαντα πράγματα. Και τα παιδιά το ίδιο. Δεν ενοχλώ κανέναν, θέλω απλώς να με αφήσουν να είμαι εγώ. Μου αρέσει το σχολείο. Έχει ωραία χρώματα. Έρχομαι εδώ από το πρωί κάθε μέρα σχεδόν και φεύγω το μεσημέρι. Μόνο τα σαββατοκύριακα είμαι όλη μέρα με τους γονείς και τα αδέλφια μου. Τους αγαπώ. Πολύ. Δεν είμαι σίγουρος πως το έχουν καταλάβει. Ίσως νομίζουν πως τους έχω ανάγκη, μα δεν είναι αυτό. Είναι οι ήρωες μου.

Δε με ενδιαφέρει το φαγητό ιδιαίτερα. Εκτός από τα πατατάκια, που δεν είναι φαγητό, είναι πατατάκια και τα λατρεύω! Όταν πεινάω πίνω το γάλα μου στο μπιμπερό. Τουαλέτα βαριέμαι να πάω. Άλλωστε δε μου αρέσει να μιλάω και πολύ και έτσι μέχρι να το πω θα είχα ήδη λερωθεί, γι’ αυτό και ακόμη φοράω πάνες. Μια χαρά βολικές είναι, λέω να τις κρατήσω για καιρό ακόμα. Μου αρέσουν οι οθόνες επαφής. Ο μπαμπάς μου μου έχει χαρίσει το αγαπημένο του tablet. Έχουμε το ίδιο τώρα. Του μοιάζω πολύ. Είναι και αυτός έξυπνος όπως εγώ αν και είμαι λίγο πιο γρήγορος στα παιχνίδια που παίζω. Ίσως αν έπαιζε πιο συχνά, να μπορούσε να με φτάσει. Καθόμαστε μαζί δίπλα δίπλα και παίζουμε ο καθένας στο δικό του. Πόσο μου αρέσουν αυτές οι στιγμές! Θα του το πω κάποια στιγμή…

Στο σχολείο έχω συνοδό. Δεν είμαι σίγουρος γιατί έχω μόνο εγώ συνοδό. Νομίζω πως όλα τα παιδάκια στην τάξη μου χρειάζονται συνοδό. Η δασκάλα δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα. Φωνάζουν, κλαίνε, γκρινιάζουν, τσακώνονται για τα παιχνίδια. Καλή μου φαίνεται η δασκάλα μου. Δε μου μιλάει και πολύ. Συνήθως έχει εκείνο το βλέμμα που έχουν οι μεγάλοι όταν με βλέπουν. Μια συγκατάβαση. Γιατί άραγε; Στην αρχή δε με ήθελαν στο σχολείο. Δεν είμαι σίγουρος γιατί. Είμαι διαφορετικός έλεγαν, τα άλλα παιδιά θα έχουν πρόβλημα, οι γονείς τους θα έχουν πρόβλημα. Διαφορετικός είμαι, είναι αλήθεια. Όλοι μας δεν είμαστε; Αυτό δεν είναι το ωραίο; Η μαμά μου όμως επέμενε να με δεχτούν και έφερε ένα χαρτί που μόλις το διάβασε η διευθύντρια, το πρόσωπο της έγινε όπως όλα τα χρώματα του σχολείου. Στην αρχή άσπρο, μετά ροζ, μετά κόκκινο, μετά μπλε και στο τέλος κίτρινο. Ήταν πολύ όμορφη!

Την επόμενη μέρα πήγα κανονικά σχολείο. Μια μέρα άργησε να έρθει η συνοδός μου. Τα παιδιά φώναζαν, τσίριζαν, τα αυτιά μου δεν άντεξαν, το μυαλό μου πήγε να σπάσει. Τους έκανα νόημα να σταματήσουν, έκλεινα τα αυτιά μου. Ένα παιδί τσίριζε μέσα στο αυτί μου. Το δάγκωσα. Νομίζω πως κατάλαβε το λάθος του, γιατί σταμάτησε να τσιρίζει και έφυγε κλαίγοντας. Δε θα το ξανακάνει τώρα ελπίζω. Την επόμενη μέρα η μαμά μου ήταν στεναχωρημένη. Κάτι της είπε η δασκάλα μου. Της έδωσε ένα χαρτί να διαβάσει, παρόμοιο με εκείνο που είχε δώσει κι αυτή στη διευθύντρια. Η μαμά μου όμως δεν άλλαξε χρώματα. Δεν χρειάζεται να το κάνει για να γίνει πιο όμορφη. Είναι ήδη η πιο όμορφη μαμά του κόσμου!

Είναι φορές που νιώθω μόνος ενώ έχει τόσο κόσμο γύρω μου. Θέλω να τους πλησιάσω αλλά δεν ξέρω πως. Νιώθω πως κανείς δε με καταλαβαίνει. Δε ζητάω πολλά. Θέλω να υπάρχει φαγητό και ας πίνω μόνο γάλα. Θέλω να έχω παιχνίδια και ας παίζω πιο πολύ με ένα κουτάλι. Θέλω να έχει κλόουν σε πάρτι και ας μην του δίνω σημασία. Θέλω κεράκια στην τούρτα μου και ας μην τα σβήνω. Θέλω να πηγαίνω στο σχολείο με τα άλλα παιδιά και ας μην κάνουμε παρέα.

Θέλω να έχω τις ίδιες ευκαιρίες με όλους και ας μην τις αξιοποιήσω. Ίσως κάποια στιγμή να το κάνω. Θέλω απλώς να είμαι εγώ. Μπορώ;

Η πισίνα των καταδύσεων, Ο κοιτώνας, Ημερολόγιο εγκυμοσύνης – Γυόκο Ογκάουα

ογκάουαΑΥΤΟ είναι το δεύτερο βιβλίο της Ογκάουα που διαβάζω. Δε με εντυπωσίασε το ίδιο όσο το πρώτο, αλλά σε κάθε περίπτωση διάβασα τρεις πολύ ενδιαφέρουσες νουβέλες από τα πρώτα συγγραφικά της χρόνια που όλες έχουν μια εσάνς μυστηρίου. Είχε προταθεί για το μεγάλο ιαπωνικό βραβείο Ακουταγκάουα, το οποίο και τελικά κέρδισε το 1991 για το Ημερολόγιο εγκυμοσύνης.

Η πισίνα των καταδύσεων

Η Άγια, είναι η κόρη ενός ζευγαριού που διευθύνει το ορφανοτροφείο Χικάρι. Η μόνη από όλα τα παιδιά που έχει γονείς, αλλά που αισθάνεται σαν να μην έχει. Συγκατοικεί με την Ρέικο, μια παχουλή κοπέλα που είναι εκεί επειδή και οι δύο γονείς της είναι ψυχασθενείς και επίσης είναι κρυπτο-ερωτευμένη με τον Τζουν έναν νεαρό αθλητή καταδύσεων που τον ξέρει από μικρό παιδί και που τον παρακολουθεί καθημερινά στις προπονήσεις του. Ακούμε τις σκέψεις της γύρω από τη φιλία, τον έρωτα, τις σχέσεις και θυμόμαστε την σκληρή πλευρά της εφηβείας, όταν ανακαλύπτει τον εαυτό της και δοκιμάζει τα δικά της όρια αλλά και των άλλων. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί (εκμεταλλεύεται) τη Ρίε, ένα μωρό, ένα κοριτσάκι μόλις δύο ετών…

(…) Ενώ όταν μεγαλώσουμε ο καθένας μας ψάχνει και βρίσκει πάντα κάπου μία κρυψώνα για την αγωνία, τη μοναξιά, τον φόβο ή τη θλίψη του, τα παιδιά δεν έχουν τρόπο να κουκουλώσουν αυτά που αισθάνονται και τα σκορπίζουν γύρω τους με τη μορφή δακρύων. Θα ήθελα να γλείψω αργά αυτά τα δάκρυα. Θα ήθελα, περνώντας τη γλώσσα μου πάνω από αυτό το εύθραυστο σημείο που πυορροεί, να ερεθίσω και να πληγώσω ακόμη πιο βαθιά την ανθρώπινη καρδιά. (…)

Ο κοιτώνας

Η ηρωίδα δέχεται ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα από έναν μακρινό της ξάδελφο που έχει χρόνια να δει και που της ζητάει να μεσολαβήσει για να του βρει μια θέση στην εστία που έμενε εκείνη ως φοιτήτρια. Επικοινωνεί με τον διευθυντή της εστίας και το κανονίζει. Στο τηλέφωνο όμως την προειδοποιεί πως η εστία δεν είναι όπως τη θυμάται, είναι εγκαταλελειμμένη, αποσυντίθεται καθημερινά. Αφού εγκαθίσταται ο ξάδελφος της, αποφασίζει να τον επισκεφθεί, αλλά όσες φορές πηγαίνει, δεν τον βρίσκει εκεί και ο διευθυντής, έχοντας πάντα έχει μια καλή δικαιολογία γι αυτό, την καλεί στο δωμάτιο του για να του κρατήσει λίγο παρέα περιμένοντας τον…

(…) Έπινα τον καφέ, άκουγα προσεκτικά τις εξηγήσεις του, τα μάτια μου όμως δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τα πανέμορφα δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Ευτυχή μέσα στον ζήλο τους. Δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να χαρακτηρίσω τα χέρια αρρενωπά. Τα δάχτυλα, έτσι όπως τα έβλεπα ακουμπισμένα στο γραφείο του, ήταν μακριά και ευλύγιστα, λευκά και αδιαφανή. Έμοιαζαν με φυτά μεγαλωμένα με τρομερές φροντίδες σε θερμοκήπιο, φυτά που το είδος τους είχε υποστεί πολυάριθμες βελτιωτικές επεμβάσεις στη διάρκεια της εξέλιξης του. Κάθε σημείο τους είχε τη δική του ιδιαίτερη έκφραση. Το νύχι του παράμεσου χαμογέλαγε, η άρθρωση του αντίχειρα ζάρωνε τα φρύδια, γίνομαι αντιληπτός ελπίζω, όχι; (…)

Ημερολόγιο εγκυμοσύνης

Η αφηγήτρια γράφει στο ημερολόγιο της. Έχει πρόσφατα χάσει και τους δύο γονείς της και μένει πλέον με την αδελφή της και το γαμπρό της. Μόλις έμαθε πως η αδελφή της είναι έγκυος και αποφασίζει να περιγράψει την εγκυμοσύνη της, τις αλλαγές στο σώμα και τη διάθεση της, τις ναυτίες της αλλά και την μεγάλη όρεξη που τις διαδέχτηκε. Μια μέρα στο σουπερμάρκετ που δούλευε τις έδωσαν κάποια γκρέιπφρουτ που είχαν λερωθεί και δεν μπορούσαν να τα πουλήσουν. Με αυτά έφτιαξε μαρμελάδα, την οποία και έτρωγε με το κουτάλι η αδελφή της και έτσι σχεδόν καθημερινά, έφερνε γκρέιπφρουτ και της έφτιαχνε την αγαπημένης της μαρμελάδα. Είχε όμως κάποιες (βάσιμες;) ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα της μαρμελάδας, ανησυχίες που δεν την σταμάτησαν από το να συνεχίσει να την φτιάχνει, ανησυχίες που αφορούσαν και το παιδί που επρόκειτο να γεννηθεί…

(…) Ό,τι και να κάνω, δεν μπορώ να συλλάβω πως αυτό το ον που μεγαλώνει σιγά σιγά εδώ μέσα με τους δικούς του ρυθμούς είναι το μωρό μου. Το συλλαμβάνω σαν κάτι αφηρημένο και ασαφές, κάτι απ’ το οποίο όμως δεν μπορώ με τίποτα να ξεφύγω. Το πρωί, πριν ανοίξω ακόμα τα μάτια, όταν αρχίζω να αναδύομαι αργά από τα βάθη του ύπνου, υπάρχει μια στιγμή που νομίζω ότι όλα αυτά, οι ναυτίες, η κλινική Μ., η μεγάλη μου κοιλιά είναι μια παραίσθηση. Και στη διάρκεια αυτής της στιγμής, όταν σκέφτομαι ότι όλα αυτά ήταν τελικά ένα όνειρο, νιώθω φρέσκια και χαρούμενη. Μόλις όμως ξυπνήσω κανονικά και κοιτάξω το σώμα μου, όλα χάνονται. Βυθίζομαι σε αβάσταχτη θλίψη. Συνειδητοποιώ τότε πως είναι επειδή φοβάμαι τη συνάντηση με το μωρό μου. (…)

Εκδόσεις Άγρα. Βαθμολογία 7/10

Μη μασάς – Γενς Λαπίντους

μη μασάςΑΛΛΟ ένα αστυνομικό της Σουηδικής σχολής, από ένα δικηγόρο που εργάζεται –απ’ ότι διαβάζω- ως συνήγορος υπεράσπισης σε πολύ γνωστό γραφείο της Στοκχόλμης και ο οποίος έγινε διάσημος από μια τριλογία που έγραψε με τίτλο «Στοκχόλμη Νουάρ». Το Μη μασάς είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας και είναι αρκετά μεγάλο, γύρω στις 700 σελίδες. Το ενδιαφέρον και διαφορετικό είναι πως οι βασικοί ήρωες είναι τρεις και διαβάζουμε στη σειρά εναλλάξ ένα κεφάλαιο για τον καθένα. Στην αρχή οι ιστορίες των τριών είναι ασύνδετες. Σιγά – σιγά καταλαβαίνουμε πως θα μπλεχτούν και γύρω στη σελίδα 200 γνωρίζονται μεταξύ τους. Στη σελίδα 400 έχουμε πλέον πιο σαφή σχέση μεταξύ των ηρώων.  Το ωραίο είναι πως στην ουσία αδυνατείς να ταυτιστείς με κάποιον. Είναι και οι τρεις αντι-ήρωες.

(…)Έβαλε και πάλι το dvd. Γύρισε την ταινία σε μιαν από τις σκηνές που του άρεσαν περισσότερο. Ο Τράβις προσπάθησε να βρει δουλειά σαν ταξιτζής. Ο τύπος στην συνέντευξη ρώτησε: “How’s your driving record? Clean?” Και η ξεκάθαρη απάντηση του Τράβις: “It’s clean, real clean. Like my conscience”. (…)

Ο Μαχμούντ είναι Άραβας, Ιρακινός (ένας Μπλάτε όπως τους λένε στη Σουηδία), γιος μετανάστη ο οποίος είναι μικροαπατεώνας και βρίσκεται πολύ στριμωγμένος γιατί χρωστάει λεφτά σε κάτι μαφιόζους, ο Νίκλας είναι βετεράνος του πολέμου του Κόλπου, μανιακός με τα όπλα και τα μαχαίρια, που ζει με τη μάνα του και κουβαλάει άσχημα παιδικά χρόνια και ο Τούμας είναι ένας τυπικός Σουηδός (ένας Σβεν δηλαδή) που εργάζεται ως αστυνομικός και τυχαία ανακαλύπτει πως σε μια αναφορά του για ένα πτώμα έχει παραληφθεί ένα στοιχείο, το οποίο στη συνέχεια τον μπλέκει σε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία από ό,τι περίμενε, και που φθάνει μέχρι και στην ανεξιχνίαστη μέχρι και σήμερα δολοφονία του πρωθυπουργού Ούλωφ Πάλμε το 1986.

(…) Ο Νίκλας άρχισε να φωνάζει. Η μαμά έκλαιγε. Αίμα έτρεχε από τη μύτη και η μπλούζα της ήταν σκισμένη στον ώμο. Ο Κλάς στράφηκε προς το μέρος του. Κρατούσε σφιγμένη τη γροθιά του στον αέρα. «Νίκλας, πήγαινε κάτω στο υπόγειο!» Μετά άφησε το χέρι του να πέσει. Τη χτύπησε στην πλάτη. Εκείνη κοίταξε τον Νίκλας. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Αυτός είδε τον τρόμο. Είδε τη θλίψη και τον πόνο. Είδε την αγάπη. Αλλά και κάτι ακόμα – είδε το μίσος. Και το αισθάνθηκε καθαρά κι εκείνος μισούσε τον Κλας. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. (…)

Αξιοσημείωτο πως οι ήρωες αλλάζουν στην πορεία. Κανένας δεν είναι ο ίδιος χαρακτήρας όπως ξεκίνησε. Ο Μαχμούτ αναγκάζεται να παίξει σε μεγάλα κόλπα με αντικρουόμενες συμμορίες τούρκων, αλβανών και γιούγκων, ο Νίκλας αυτό-ανακυρήσσεται προστάτης κακοποιημένων γυναικών και αποφασίζει να δράσει και ο Τούμας από αστυνομικός που ήθελε την ηρεμία του και είχε και τις καβάντζες του, μετατρέπεται σε ντετέκτιβ που δέχεται απειλές για τη ζωή του και δεν το βάζει κάτω. Γνωρίζουμε μια Σουηδία που δεν ξέραμε, τον υπόκοσμο, τις συμμορίες που έχουν τον έλεγχο της πόλης, τη διαφθορά στην αστυνομία και τον κρατικό μηχανισμό, ναρκωτικά, κακοποίηση, πορνεία, όπλα. Ο Λαπίντους έχει βαλθεί να μας αλλάξει το να θέλουμε να γίνουμε Σουηδία!

(…)Παλιότερα ήταν καλύτερα. Κλισέ. Αλλά όπως τραγουδάει ο Λόιντ Κόουλ: ο λόγος που το κάνει κλισέ είναι το ότι είναι αλήθεια. (…)

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 7/10