Ο διπλός θάνατος της Κρίστιν Φολς – Μπένζαμιν Μπλακ

ο διπλός θάνατος της κριστίν φολςΟ γνωστός Ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μπάνβιλ αποφάσισε να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με το ψευδώνυμο Μπένζαμιν Μπλακ, ίσως φοβούμενος τη μη αποδοχή του από τους θαυμαστές του ή και γενικότερα θέλοντας έτσι να νιώσει πιο απελευθερωμένος από απαιτήσεις, προσδοκίες και πιέσεις εκδοτικών οίκων, μάνατζερς, προωθητικών ενεργειών κτλ, όπως παρεμπιπτόντως πρόσφατα δοκίμασε να κάνει και η Τζόαν Ρόουλινγκ με το The Cuckoo’s Calling, αλλά απέτυχε τελικά (με το αζημίωτο όμως μιας και εκτός του ότι κέρδισε την αγωγή που έκανε σε αυτούς που το αποκάλυψαν, είδε τις πωλήσεις του βιβλίου της να εκτοξεύονται αμέσως μετά).

Ήρωας μας ο Κουίρκ, σαραντάρης παθολογοανατόμος που εργάζεται ως Ιατροδικαστής στο νοσοκομείο Αγία Οικογένεια. Ένα βράδυ, μετά από μια γιορτή που διοργανώθηκε για τον αποχαιρετισμό μιας συναδέλφου, πηγαίνει στο γραφείο του και βλέπει το σύγαμπρο του Μάλακι Γκρίφιν, διάσημο γυναικολόγο στο ίδιο νοσοκομείο, να γράφει κάτι στο φάκελο μιας κοπέλας που μόλις είχε πεθάνει, της Κρίστιν Φολς. Έχοντας ήδη πιει πάρα πολύ, δεν είναι καν σίγουρος πως ό,τι βλέπει και συζητάει μαζί του είναι αλήθεια και την επόμενη μέρα προσπαθεί να κάνει τις συνδέσεις, να θυμηθεί τι ακριβώς είδε, τι από αυτά ήταν αληθινό και τι δημιούργημα της αλκοολικής φαντασίας του. Πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται πως μπλέκεται σε μια ιστορία πολύ μεγαλύτερη από αυτόν, που δεν έχει τη δύναμη και τα κότσια να αντιμετωπίσει, αλλά και που παράλληλα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν μπορεί να μην την φτάσει ως το τέλος, με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής.

(…) Παρά την ψύχρα του δειλινού, ο Κουίρκ ένιωθε τον ιδρώτα κάτω από το καπέλο. Φοβόταν, αλλά ταυτόχρονα ένιωθε κι απόμακρος, λες κι ο φόβος τον είχε χωρίσει στα δύο, κι ο αληθινός του εαυτός όφειλε να μείνει κοντά στον φοβισμένο, να παρακολουθεί, να ανησυχεί για το τι θα του συνέβαινε, όπως ανησυχείς για τον δίδυμο αδελφό σου, για τον μεγάλο σου γιο. Άξαφνα του ‘ρθε μια τρελή ιδέα, πως είχε ήδη πεθάνει από φόβο σ’ εκείνη τη γωνιά του δρόμου, κι ότι το μεγαλόσωμο πλάσμα που σκουντούφλαγε ανήμπορο ανάμεσα στους διώκτες του δεν ήταν παρά το μηχανικά κινούμενο απομεινάρι του εαυτού του, που τώρα παρατηρούσε τη σκηνή από την άλλη όχθη, μετά το θλιβερό τέλος της ζωής του, με οίκτο και βαθιά ντροπή. (…)

Στην πορεία των αναζητήσεων του, θα μάθει πολλά για τον εαυτό του αλλά και για άλλα μέλη της οικογένειας Γκρίφιν, της οικογένειας που αισθάνεται δική του, όταν ο δικαστής Γκρίφιν, πατέρας του Μάλακι, τον πήρε από το ορφανοτροφείο και τον έκανε γιο του. Αυτά που θα ανακαλύψει θα του ανατρέψουν τον τρόπο που αντιμετώπιζε τη ζωή μέχρι τότε.

(…) «Εσύ απ’ όσο ξέρω δεν πολυπιστεύεις, έτσι δεν είναι, Κουίρκ; Και θέλω να ξέρεις ότι ήταν μεγάλη απογοήτευση για μένα, που έχασες την πίστη σου».
Η επήρεια του τσιγάρου είχε περάσει, κι ο Κουίρκ ένιωθε πάλι να τον τυλίγει η αδράνεια, η εξάντληση. «Τι να πω», είπε με φωνή ολοένα και πιο αδύναμη, «δεν ξέρω αν την είχα και ποτέ».
«Επίτρεψε μου να διαφωνήσω. Και ξέρω πως μια μέρα θα αλλάξεις γνώμη, αργά ή γρήγορα, να μου το θυμηθείς. Ο Κύριος ξέρει ν’ αγγίζει κάθε ψυχή», είπε κι έβηξε και γέλασε συγχρόνως, «ακόμα και τη δικιά σου, την κατάμαυρη».
«Έχω ανοίξει ένα σωρό κουφάρια, τόσα χρόνια», είπε γλυκά ο Κουίρκ, «αλλά ποτέ δεν είδα την περίφημη ψυχή». (…)*

Ένα ωραίο μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται σε Δουβλίνο και Βοστόνη τη δεκαετία του ’50. Δεν έχει την κλασική δομή αστυνομικού, ασχολείται πιο πολύ με το πλάσιμο χαρακτήρων και τις σχέσεις των ηρώων, παρά με τα διάφορα γιατί, αλλά σε κρατάει ως το τέλος με αμείωτο ενδιαφέρον (οκ κλισέ, αλλά ισχύει 😉 ).

(…) «Ο χρόνος τελικά είναι το ακριβώς αντίθετο από το χώρο, το ‘χεις προσέξει ποτέ;» είπε. «Στο χώρο, όσο απομακρύνεσαι, τόσο μπερδεύονται όλα. Με το χρόνο συμβαίνει το αντίθετο – όλα ξεκαθαρίζουν». (…)

Το ίδιο το τέλος θα ήθελα μόνο λίγο πιο δυνατό. Είναι αρκετά προβλέψιμο. Συνολικά πάντως, σίγουρα πιο εύπεπτο από τα υπόλοιπα δύσκολα μυθιστορήματα του Μπάνβιλ. Ίσως τελικά με το ψευδώνυμο να ήθελε να αλλάξει και τον τρόπο γραφής του. Ίσως να κούρασε και τον ίδιο 😀

* Αφιερωμένη η συγκεκριμένη παράγραφος στο φίλο μου Αντώνη που ξέρει σε τι να πιστέψει.

Εκδόσεις Καστανιώτη. Βαθμολογία 7/10

 

Advertisements

Leave your Comment

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s