Ο ιεροκήρυκας – Καμίλα Λέκμπεργ

Ο ιεροκήρυκαςΣΥΝΕΠΗΣ σε σχέση με ότι είχα γράψει στο πρώτο βιβλίο της Λέκμπεργ που διάβασα -την παγωμένη πριγκίπισσα– αποφάσισα να διαβάσω το δεύτερο βιβλίο της στις πρώτες μου διακοπές για φέτος στον Άγιο Ηλία Πύργου, για να με δροσίζει η παγωμένη Φιελμπάκα κάτω από την Ομπρέλα και τη ζέστη. Μόνο που… άλλαξε η εποχή και διαδραματίζεται καλοκαίρι, με πολλή ζέστη και υγρασία! 🙂

Ήρωες μας και πάλι η Έρικα Φαλκ, συγγραφέας και ο Πάτρικ Χέντστρομ, αστυνομικός και παιδικός φίλος της Έρικα. Πλέον οι δυο τους ζουν μαζί και περιμένουν το πρώτο τους παιδί από ώρα σε ώρα. Η τοποθεσία όπως σε κάθε βιβλίο της Λέκμπεργ είναι η Φιελμπάκα, ένα ψαροχώρι βόρεια του Γέτεμποργκ. Ένα παιδάκι ανακαλύπτει τυχαία στη Χαράδρα του Βασιλιά το πτώμα μια γυναίκας. Όταν οι αστυνομικοί φθάνουν στο χώρο, ανακαλύπτουν με τρόμο πως κάτω από το πτώμα υπάρχουν και δύο σκελετοί. Ψάχνοντας ο Πάτρικ και η ομάδα του, πιστεύουν πως πρόκειται για τα πτώματα δύο κοριτσιών που εξαφανίστηκαν τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα.

(…) Το χέρι συνέχισε να κινείται κατά μήκος του κορμιού της, κι εκείνη άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Για ένα δευτερόλεπτο πέρασε από το μυαλό της η σκέψη ν’ αντισταθεί στον απρόσωπο ξένο. Η σκέψη αυτή όμως εξαφανίστηκε με την ίδια ταχύτητα που είχε εμφανιστεί. Το σκοτάδι την κατάπινε ολάκερη, και η δύναμη στο χέρι που τη χάιδευε διαπερνούσε το δέρμα της, τα νεύρα της, την ψυχή της. Η υποταγή ήταν η μοναδική επιλογή της· αυτό το είχε συνειδητοποιήσει με τρόμο.

Όταν το χέρι άφησε τα χάδια και άρχισε να πιέζει, να στρίβει, να τραβάει και να εξαρθρώνει τα μέλη της, τίποτα δεν της δημιουργούσε πλέον έκπληξη. Κατά κάποιον τρόπο, καλωσόρισε τον πόνο. Της ήταν πιο εύκολο να χειριστεί τον πόνο που της ήταν γνώριμος παρά τον τρόμο της αναμονής στο άγνωστο. (…)

Κάποια στιγμή όλα τα ίχνη οδηγούν στην οικογένεια Χουλτ και σε ένα μπλεγμένο κουβάρι σχετικά με τους δεσμούς και τις ισορροπίες μεταξύ των μελών της. Ο Εφραίμ Χουλτ, πάστορας της Ελεύθερης Εκκλησίας, γνωστός και ως Ιεροκήρυκας, ήταν διάσημος για τα θαύματα του. Μαζί του με την ίδια «σωτήρια» δύναμη και οι δύο γιοι του, ο Γιοχάνες και ο Γκάμπριελ. Ο Εφραίμ έχει πλέον πεθάνει και ο Γιοχάνες έχει αυτοκτονήσει εδώ και πολλά χρόνια, λίγο καιρό αφότου κατηγορείται από την αστυνομία πως απήγαγε και βίασε το 1979 ένα νεαρό κορίτσι, μετά από την μαρτυρία του ίδιου του του αδελφού πως λίγο πριν είδε την κοπέλα μαζί με τον Γιοχάνες στο αυτοκίνητο του. Πλέον ζει μόνο ο Γκάμπριελ καθώς και οι γυναίκες και τα παιδιά των δύο αδελφών. Η ζωή όμως δεν ήταν το ίδιο καλή με τις οικογένειες των δύο αδελφών, μιας και μετά την αυτοκτονία του Γιοχάνες, όλα άλλαξαν…

Εξίσου καλό με το πρώτο, στο ίδιο στυλ, μου προκάλεσε προοδευτική «έλξη». Στην αρχή ίσως κάπως αδιάφορο και σε χαλαρούς ρυθμούς, μα όσο προχωράει και μαθαίνουμε όλο και περισσότερα για την οικογένεια Χουλτ, γίνεται και πιο ενδιαφέρον.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7/10

 

Η τριλογία της Μασσαλίας – Solea – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Solea» (ένα είδος Φλαμένγκο), ο Φαμπιό Μοντάλ, τέως αστυνόμος, είναι ο κεντρικός ήρωας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας που πρόκειται να εξελιχθεί. Η πρώην ερωμένη του και δημοσιογράφος Μπαμπέτ εδώ και χρόνια συλλέγει πληροφορίες με σκοπό να ξεσκεπάσει το παρακλάδι της Ναπολιτάνικης Μαφία στη Μασσαλία, τον τρόπο που ξεπλένει χρήματα, τις διασυνδέσεις της με την πολιτική ηγεσία και την αστυνομία. Ο Φαμπιό πληροφορείται από ένα τηλεφώνημα πως πρέπει να την βρει και να την παραδώσει στη Μαφία, προτού ο θάνατος αρχίσει να χτυπάει τα αγαπημένα του πρόσωπα ένα-ένα…

(…) Κι όμως, αυτό ήταν η φιλία η πραγματική, η δυνατότητα να βάζεις πάνω στο τραπέζι, που λέει ο λόγος, μαζί με μιαν ωραία, καλοψημένη τσιπούρα όλες εκείνες τις ωραίες αναμνήσεις. Μόνο αυτό το «θυμάσαι;» σου επιτρέπει να εκμυστηρεύεσαι τα πιο δικά σου πράγματα, όλες αυτές τις περιοχές της ψυχής σου όπου, συνήθως, εκείνο που βασιλεύει είναι η σύγχηση. (…)

SoleaΟ Φαμπιό έχει μείνει πλέον οριστικά μόνος με την Ονορίν και τον Φονφόν. Ξέρει πως η Λολ δεν πρόκειται να επιστρέψει και τη δικαιολογεί μάλιστα για την απόφαση της αυτή. Ζει το σήμερα από την ταράτσα του σπιτιού του, πίνοντας κρασί, τρώγοντας τους μεζέδες που ετοιμάζει η Ονορίν και ακούγοντας μουσική. Που και που βγαίνει και για ψάρεμα με τη βάρκα του ή πάει για ποτό στο μπαρ του Χασάν. Ένα βράδυ γνωρίζει τη Σονιά με την οποία περνούν ένα υπέροχο βράδυ μαζί, πίνοντας πολύ και καταλήγοντας σπίτι του. Το επόμενο πρωί ο Φαμπιό ξυπνάει μόνος, χωρίς να θυμάται τι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Διαβάζει το σημείωμα της Σονιά και σκέφτεται να πάει να την βρει, σκέφτεται πως ίσως αυτή να μπορούσε κάπως να τον βοηθήσει να ξεχάσει την Λολ, σκέφτεται πως μάλλον την αγαπά…

(…) Νύχτα ήταν, μια από εκείνες τις κωλονύχτες όπου η κάθε λεπτομέρεια μέσα στο κρεβάτι σου παίρνει απίστευτες διαστάσεις, όπου με τίποτα δεν λογικεύεσαι, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, δεν αποδέχεσαι τα όσα οφείλεις να παραδεχτείς. Τα είχα ξαναζήσει αυτά ουκ ολίγες φορές και μ’ άλλες γυναίκες. Ποτέ όμως με τέτοια οδύνη. Με τη Λολ που έφευγε, δραπέτευε και η ζωή μου. Τι λέω: που ήδη είχε πάρει δρόμο. (…)*

Νομίζω πως διάβασα το τέλειο τελείωμα της τριλογίας. Ο Φαμπιό πιο ώριμος και κατασταλαγμένος, ξέρει πως πρέπει να αντιμετωπίσει και τη Μαφία, αλλά και πως να χειριστεί τη γοητευτική νέα αστυνομική διευθύντρια Ελέν Παισέρ. Ξέρει επίσης πως αυτό σημαίνει θυσίες, κυριολεκτικά πλέον και όχι μεταφορικά. Ίσως και του ίδιου του εαυτού του…

 (…) Ειδυλλιακό ήταν το πρόγραμμα που είχα φανταστεί. Έτσι τα κανόνιζα πάντα με την πραγματικότητα. Προσπαθούσα πάντα να την τοποθετώ στο επίπεδο των ονείρων μου. Στο επίπεδο του βλέμματος μου. Σε ύψος ανθρώπινο. Της ευτυχίας. Η πραγματικότητα είναι όμως σαν την καλαμιά. Λυγίζει μα δε σπάει. Ποτέ. Οι αυταπάτες και η ανθρώπινη βρομιά δίνουν πάντα το παρών. Όπως και ο θάνατος. Που σ’ όλους έχει μια ματιά να ρίξει. (…)

Αξίζει ίσως σε μια δεύτερη ανάγνωση όλης της τριλογίας να καταγράψει κανείς μερικά στοιχεία όπως τα φαγητά που τρώει ο Φαμπιό, είτε στην Ονορίν, είτε στα διάφορα μαγαζάκια που πάει. Επίσης τις μουσικές που ακούει. Ο τρόπος που περιγράφει τα τραγούδια, η στιγμή που τα επιλέγει, το πώς αναπαράγει στίχους και το πώς μιλάει για τον κάθε καλλιτέχνη. Και τέλος τα κρασιά που ανοίγει να πιει. Πάντα λαμβάνοντας υπόψη τη διάθεση, την παρέα και την χρονική στιγμή. Πολύ θα ήθελα να καθόμασταν μαζί στην ταράτσα του σπιτιού του ένα βραδάκι. Να ακούγαμε μουσική, να πίναμε κρασί, να τρώγαμε τα γεμιστά της Ονορίν και να βλέπαμε τη θάλασσα χωρίς να μιλάμε…

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 9/10 – Ναι Φάνη, μου άρεσε λίγο περισσότερο από το δεύτερο άρα ακόμα περισσότερο από το πρώτο. Συστήνω όμως σε κάποιον να τα διαβάσει όλα μαζί, με τη σειρά. Δεν είναι καθόλου τυχαία η παρούσα έκδοση 😉

Συνολική βαθμολογία τριλογίας: 8,5/10

*Αφιερωμένο στο Νάσο, που τελευταία (;) δεν κοιμάται καλά…

 

Η τριλογία της Μασσαλίας – Το Τσούρμο – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Το Τσούρμο», ο Φαμπιό Μοντάλ έχει πλέον παραιτηθεί από αστυνομικός. Ζει μια πιο ήρεμη ζωή, παρέα με την Ονορίν και τον Φονφόν, τους νέους «γονείς» του. Όλα αλλάζουν, όταν η ξαδέλφη του (και παιδικός έρωτας του) Ζελού έρχεται σπίτι για να του ζητήσει να τη βοηθήσει να βρει το γιο της τον Γκιτού, που ήρθε στη Μασσαλία για να ζήσει ένα ερωτικό σαββατοκύριακό με την κοπέλα του Ναιμά, μιας και κάτι τέτοιο απαγορευότανε να το κάνει στο σπίτι τους στην Γκαπ, αφού η Ναιμά ήταν από αραβική οικογένεια – ήταν μια μπερ δηλαδή- και η Ζελού και ο πατριός του Γκιτού ο Άλεξ δεν ανέχονταν τα πάρε-δώσε με τους Άραβες.

(…) Πόσες φορές δεν στάθηκα δύσπιστος απέναντι του; Στην ηθική του του μετανάστη; Μίζερος, χωρίς φιλοδοξίες, έτσι πίστευα. Αργότερα, διάβασα του Αδελφούς Καραμαζόφ, του Ντοστογιέφκσι. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ο Αλιόσα έλεγε στον Κρασσότκιν: «Ξέρεις, Κόλια, στο μέλλον θα είσαι πολύ δυστυχισμένος. Όμως να μακαρίζεις τη ζωή, όπως κι αν έρχεται». Λόγια που αντηχούσαν στην καρδιά μου με την ίδια τη φωνή του πατέρα μου. Ήταν όμως πολύ αργά για να του πω ευχαριστώ. (…)

Αν και πάλι μας μιλάει στο α’ πρόσωπο ο Φαμπιό, εμείς ως αναγνώστες γνωρίζουμε από τον πρόλογο, πως ο Γκιτού δολοφονήθηκε. Και στην πορεία των αναζητήσεων του Φαμπιό και άλλοι φόνοι θα διαπραχθούν. Μόνο που τώρα ο Φαμπιό δεν είναι αστυνομικός και πρέπει να προσέχει, γιατί κάποια στιγμή θα βρεθεί μέχρι και ύποπτος για φόνο…

(…) Από γεννησιμιού μου ανήκα στο τσούρμο, είχα διδαχτεί τη φιλία, την πίστη στους δρόμους του Πανιέ, στις αποβάθρες της Λα Ζολιέτ. Και την περηφάνια του λόγου που ‘χαμε δώσει, κοιτώντας ένα φορτηγό ν ‘ανοίγεται στο πέλαγο. Πρωταρχικές αξίες. Πράγματα που δεν εξηγούνται. Άμα βρίσκεσαι μέσα στα σκατά, δεν μπορείς παρά να ανήκεις στην ίδια οικογένεια. (…)

Το ΤσούρμοΠιο «αστυνομικό» από το πρώτο βιβλίο. Αρκετά νέα πρόσωπα, Εθνικό Μέτωπο της Μασσαλίας, Εξτρεμιστές του Ισλάμ, Ναπολιτάνικη Μαφία αλλά και πολλές μουσικές και φαγητά συνθέτουν τη δεύτερη περιπέτεια του Φαμπιό που ως γνωστό δεν αποφεύγει το ποτό και τις καταχρήσεις, γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει. Είναι ίσως η μόνο φορά που θα μπορούσε εύκολα να σκοτώσει. Δεν το έχει κάνει ποτέ, δεν έχει καν πυροβολήσει ποτέ σε άνθρωπο, αλλά τώρα το θέλει, το θέλει πολύ. Δεν πρόκειται να συγχωρήσει το δολοφόνο του Γκιτού. Εκτός αν κάτι του αλλάξει τη γνώμη τελευταία στιγμή, μια τελευταία αποκάλυψη…

(…) «Συλλογικά ο θάνατος δεν υφίσταται. Όσο περισσότεροι είναι τόσο λιγότερο μετράει. Οι πάρα πολλοί νεκροί είναι όπως το αλλού. Βρίσκονται πολύ μακριά. Δεν είναι πραγματικοί. Μονάχα ο ατομικός θάνατος είναι πραγματικός. Αυτός που σε αγγίζει προσωπικά. Απευθείας. Αυτός που τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, ή μες στα μάτια κάποιου άλλου». (…)

Μου άρεσε λίγο περισσότερο από το πρώτο.

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8,5/10