Η τριλογία της Μασσαλίας – Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας – Ζαν-Κλωντ Ιζζό

Η τριλογία της ΜασσαλίαςΣΤΟ κλίμα των ημερών και μετά το Μαύρο της ΕΡΤ, πήρα στα χέρια μου ένα μαύρο βιβλίο που μου χάρισε ο φίλος μου ο Φάνης. Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο του ήμουν σχεδόν σίγουρος πως στις σελίδες του θα έβρισκα πολλά κοινά στοιχεία με ακόμη ένα μαύρο μυθιστόρημα, Το μαύρο Αλγέρι του Μωρίς Αττιά. Και οι δύο συγγραφείς είχαν την ανάγκη να μιλήσουν για τον τόπο τους. Αυτός είναι ο καημός τους, να πλάθουν αστυνομικές ιστορίες μέσα στο ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο της πόλης, με ήρωες που θα μπορούσαν να είναι αληθινοί.

Ο Ιζζό λοιπόν γράφει μια νουάρ τριλογία, μιλώντας σε α’ πρόσωπο όπως του αρμόζει, με ήρωα τον Φαμπιό Μοντάλ, έναν σαρανταπεντάρη αστυνομικό -που θα μπορούσε κάλλιστα να παρέμενε ένας κακοποιός, αν ακολουθούσε τα χνάρια των φίλων του- και μέσω αυτού μας γνωρίζει τη Μασσαλία, εκεί από όπου πέρασε το μεγάλο ρεύμα μεταναστών από την Αφρική προς την Ευρώπη, εκεί όπου η μαφία απλώνεται παντού, όπου ο ρατσισμός «χτυπάει» σε κάθε γειτονιά, αλλά παράλληλα εκεί που βρίσκεται το μεγαλύτερο σταυροδρόμι των λαών, στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου, στο σημαντικότερο λιμάνι της Γαλλίας.

Το μαύρο τραγούδι της ΜασσαλίαςΣτο πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας με τίτλο «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», ο Φαμπιό ερευνά το θάνατο των δύο καλύτερων παιδικών του φίλων, του Μανού και του Ουγκό. Ο Ουγκό φτάνει ξανά στη Μασσαλία για να εκδικηθεί για το θάνατο του Μανού και σκοτώνεται από τους αστυνομικούς αμέσως μετά το ξεκαθάρισμα. Παράλληλα και μια ακόμη τραγική ιστορία που στην αρχή φαίνεται άσχετη, δείχνει τελικά να συνδέεται και ο Φαμπιό, αν και δε θα έπρεπε να ασχολείται μιας και τις υποθέσεις έχουν αναλάβει άλλοι συνάδελφοι, αποφασίζει να το φτάσει ως το τέλος…

(…) – Πρόσεχε τον εαυτό σου, μου είχε πει.

Μου χάιδεψε το σβέρκο. Την έσφιξα πάνω μου.

– Δεν μπορώ πια να κάνω πίσω, Μπαμπέτ. Δεν ξέρω που θα με πάνε όλα τούτα. Εκεί πηγαίνω όμως. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κάποιο στόχο. Τώρα έχω. Αξίζει όσα αξίζει αλλά μου πάει.

Μου άρεσε πολύ η λάμψη των ματιών της όταν τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου.

– Ο μόνος στόχος είναι να ζεις.

– Αυτό λέω. (…)

Γύρω από το Φαμπιό γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Η Λεϊλά, η Λολ, η Ροζά, η Μπαμπέτ, η Μαρί Λου, η Ονορίν, όλες με το ρόλο τους στη ζωή του, αλλά χωρίς να αφήνει καμία να τον πλησιάσει αληθινά. Ήταν ένα κλεφτρόνι. Έγινε μπάτσος για να ξεφύγει. Δεν αντέχει τη βία και το ρατσισμό. Θυμάται τα παλιά χρόνια με τους φίλους του. Θέλει να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του, του αρέσει να πίνει, να καπνίζει, να ακούει μουσική. Θέλει απλώς να ησυχάσει, θέλει να καταλάβει.

(…) – Εγώ πιστεύω ότι το βλέμμα του άλλου είναι όπλο θανατηφόρο.

Μιλάς ωραία, μου είπε κουρασμένη. Αλλά δεν θ’ αγαπούσες ποτέ μια γυναίκα σαν κι εμένα, έτσι;

– Αυτές που αγάπησα έφυγαν.

– Εγώ θα μπορούσα να μείνω. Τίποτε δεν έχω να χάσω.

Τα λόγια της μ’ αναστάτωσαν. Ήταν ειλικρινής. Άνοιγε την καρδιά της. Προσφερόταν.

– Δεν θα το άντεχα να μ’ αγαπάει μια γυναίκα που δεν έχει τίποτα να χάσει. Η αγάπη είναι ακριβώς η πιθανότητα να χάσεις. (…)

Εκδόσεις Πόλις. Βαθμολογία 8/10

Ο δύσκολος δρόμος – Λη Τσάιλντ

ο δύσκολος δρόμοςΕΝΑ μήνα πριν, μου έφερε ο πατέρας μου ένα βιβλίο στο σπίτι να το διαβάσω. Μου είπε πως είναι καλό, με σασπένς, σαν αμερικάνικη ταινία δράσης. Διάβασα λίγο το οπισθόφυλλο, αλλά και τις πρώτες εισαγωγικές σελίδες και εντυπωσιάστηκα από όλα αυτά που δεν ήξερα για τον Λη Τσάιλντ.  Βραβεία, διθυραμβικές κριτικές, η καλύτερη ιστορία με ήρωα τον Ρίτσερ μέχρι σήμερα! Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είχα ακόμη τελειώσει το βιβλίο που διάβαζα και επίσης δεν ήξερα αν θα ήθελα να συνεχίσω και πάλι με αστυνομικό και έτσι το άφησα στην άκρη. Αλλά όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, κάτι έδρασε καταλυτικά.

Πριν μια εβδομάδα έκατσα να δω μια ταινία δράσης με τον Τομ Κρουζ. “Jack Reacher” λεγόταν η ταινία και στην αρχή δε μου έλεγε κάτι το όνομα. Διαβάζοντας όμως λίγο την υπόθεση, κάτι μου θύμιζε το στυλ του ήρωα. Βεβαίως, δεν ήταν άλλος από τον ήρωα του βιβλίου για το οποίο σας γράφω σήμερα και το βιβλίο μάλιστα είναι η επόμενη ακριβώς ιστορία από την ταινία που θα έβλεπα. Ο Τσάιλντ από το 1997 μέχρι σήμερα, εκδίδει περίπου ένα βιβλίο κάθε χρόνο και όλα με κεντρικό ήρωα τον σκληροτράχηλο, μοναχικό υπερ-ήρωα και πρώην στρατονόμο, Τζακ Ρίτσερ! Μετά το τέλος της ταινίας, άρχισα να διαβάζω το βιβλίο.

Ο Τζακ Ρίτσερ είναι ένας μόνιμα περιπλανώμενος εκδικητής-τιμωρός. Η εκπαίδευση αλλά και ο σωματότυπος του (1.93 εκ., 113 κιλά – ίδιος ο Τομ Κρουζ δηλαδή!) τον βοηθούν να αναλαμβάνει υποθέσεις όπου συνήθως οι ένοχοι δεν πρόκειται να οδηγηθούν σε καταδίκη και με το… δικό του τρόπο (δεν είναι και δύσκολο να καταλάβετε ποιος είναι αυτός!) αποδίδει δικαιοσύνη. Ενώ πίνει τον καφέ του (πάντα σε πλαστικό ποτήρι, μην τυχόν και χρειαστεί να φύγει ξαφνικά) για δεύτερη μέρα στο ίδιο καφέ, τον προσεγγίζει κάποιος που του συστήνεται ως Γκρέγκορι και τον ρωτάει αν είδε κάτι ασυνήθιστο χθες την ίδια ώρα. Τότε συνειδητοποίησε πως είδε κάτι συνηθισμένο μεν για τα κοινά μάτια, αλλά ταυτόχρονα αρκετά σημαντικό για να «πειστεί» να δει το μεγάλο αφεντικό του Γκρέγκορι, τον Έντουαρτ Λέιν. Εκεί μαθαίνει για την απαγωγή της γυναίκας και της θετής του κόρης και πείθει τον Λέιν πως είναι ο μόνος κατάλληλος να τον βοηθήσει να τις βρει. Στην πορεία θα καταλάβει πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και πως το καθετί θα του φανερώνεται με τον δύσκολο τρόπο, ερευνώντας το ξανά και ξανά, ζυγίζοντας τα πάντα από την αρχή και ανατρέποντας ότι είχε ανακαλύψει μέχρι τότε. Και όλα αυτά μαζί με τη μόνιμη αίσθηση πως κάτι σημαντικό του διαφεύγει.

(…) Ο άντρας ξάφνιασε τις προσωρινές φιλοξενούμενες του πλησιάζοντας το παράθυρο και όχι την πόρτα. Μετά, τις ξάφνιασε ακόμα περισσότερο χρησιμοποιώντας τα νύχια του για να ξηλώσει τη μονωτική ταινία που συγκρατούσε το ύφασμα πάνω στο γυαλί. Απέσπασε την ταινία από τον τοίχο, μέχρι που κατάφερε να τραβήξει ένα παραλληλόγραμμο υφάσματος, αποκαλύπτοντας μια μικρή λουρίδα Νέας Υόρκης τη νύχτα. Η διάσημη θέα. Εκατό χιλιάδες φωτισμένα παράθυρα που άστραφταν στο σκοτάδι σαν μικροσκοπικά διαμάντια στο φόντο ενός μαύρου βελούδου. Ένα θέαμα που δεν υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσμο.

Είπε: «Ξέρω πως την αγαπάτε».

Μετά είπε: «Αλλά μπορείτε να την αποχαιρετήσετε».

Και μετά είπε: «Επειδή δεν πρόκειται να την ξαναδείτε». (…)

Εκδόσεις BELL. Βαθμολογία 7/10