Η παγωμένη πριγκίπισσα – Καμίλα Λέκμπεργ

Η παγωμένη πριγκίπισσαΕΙΧΑ δανειστεί εδώ και καιρό τα δύο πρώτα βιβλία της Λέκμπεργ από τη φίλη μου τη Μαργαρίτα και ομολογώ πως το είχα ξεχάσει. Μια μέρα που πήγα σπίτι της είδα πως έλειπαν δύο βιβλία της σειράς από τη βιβλιοθήκη της (Ναι καλά καταλάβατε, έχει καταχωρήσει όλα τα βιβλία της αλφαβητικά βάσει ονόματος συγγραφέα!!!) και όταν τη ρώτησα μου θύμισε με το δικό της προσωπικό και γλυκό τρόπο πως μάλλον τα έχω εγώ. Όντως λοιπόν γυρνώντας σπίτι τα βρήκα και μιας και μόλις είχα τελειώσει το προηγούμενο μου ανάγνωσμα, πήρα στα χέρια μου το πρώτο της βιβλίο, την παγωμένη πριγκίπισσα.

Ήρωες μας η Έρικα Φαλκ, συγγραφέας βιογραφιών που ακόμη δεν αισθάνεται να έχει κερδίσει επάξια τον τίτλο αυτό και ο Πάτρικ Χέντστρομ, αστυνομικός και παιδικός φίλος της Έρικα. Η τοποθεσία είναι η Φιελμπάκα, ένα «κατεψυγμένο» ψαροχώρι βόρεια του Γκέτεμποργκ (ή Γέτεμποργκ όπως αναφέρεται στις σελίδες του βιβλίου). Η Έρικα έχει επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι μετά τον πρόσφατο χαμό των γονιών της από αυτοκινητικό δυστύχημα. Ενώ περπατάει στον δρόμο την φωνάζει ένας παππούς και την οδηγεί στο σπίτι της Άλεξ -μιας παιδικής της φίλης με την οποία όμως είχαν χαθεί εδώ και χρόνια- όπου και ανακαλύπτει το πτώμα της. Οι γονείς της θανούσας γνωρίζοντας πως είναι συγγραφέας της ζητούν να γράψει την ιστορία της Άλεξ. Αυτό της δίνει την ευκαιρία να σκαλίσει το παρελθόν και να ανακαλύψει επικίνδυνες σχέσεις και καταστάσεις που πιθανόν να την οδήγησαν στο θάνατο. Παράλληλα στο πλαίσιο των αστυνομικών ερευνών συναντά ξανά τον Πάτρικ για τον οποίο συνειδητοποιεί πως αισθάνεται κάτι παραπάνω από φιλικό ενδιαφέρον. Ο Πάτρικ, σχετικά άπειρος αστυνομικός αλλά με μεγάλη θέληση και όρεξη ο οποίος είναι και κρυπτό-ερωτευμένος εδώ και χρόνια με την Έρικα, βοηθούμενος από τα στοιχεία που συλλέγει η Έρικα με τις συνεντεύξεις της από το περιβάλλον της Άλεξ, οδηγείται σε πολύ μεγαλύτερες αποκαλύψεις. Παράλληλα, ένα ακόμη πτώμα έρχεται να περιπλέξει τα πράγματα…

(…) Πάντα με εντυπωσίαζε η ειρωνεία στη ζωή μου. Το γεγονός ότι μπορώ να δημιουργώ ομορφιά με τα δάχτυλα και τα μάτια μου, ενώ σε όλα τα’ άλλα καταφέρνω μόνο να δημιουργώ ασχήμια και καταστροφή. Γι’ αυτό και το τελευταίο που κάνω είναι να καταστρέψω τους πίνακες μου. Για να υπάρχει και κάποια μορφή συνέπειας στη ζωή μου. Καλύτερα να είμαι συνεπής και ν’ αφήσω μόνο σκατά πίσω μου παρά να θεωρούμαι σαν άνθρωπος πιο περίπλοκος απ’ ό,τι αξίζω. (…)

Θα αρχίσω από τη γενική αίσθηση και -χρησιμοποιώντας μια έκφραση που υποθέτω πως ακόμα θα είναι της μόδας τώρα που γίνονται οι πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις- θα πω πως ήταν βατό. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για όλους, μεγάλης έκτασης, που κυλάει ήρεμα, δίνοντας μεγάλη βάση στο χτίσιμο των χαρακτήρων και που προοδευτικά σε «τραβάει» όλο και περισσότερο κοντά του. Δεν είναι Μπράουν, ούτε Λάρσον, ούτε Νέσμπο. Δεν έχει φρικιαστικές σκηνές, ούτε φρενήρεις ρυθμούς, ούτε χάσιμο σε δαιδαλώδεις συλλογισμούς. Προτείνεται για πιο ήπιες και χαλαρωτικές καταστάσεις. Νομίζω δηλαδή πως κάτω από μια ομπρέλα με 35+ βαθμούς, θα με δρόσιζε λίγο το ψύχος της γραφικής Φιελμπάκα.

Εκδόσεις Μεταίχμιο. Βαθμολογία 7/10

Advertisements

Έγκλημα στη Βαρκελώνη – Αντόνιο Χιλ

Έγκλημα στη ΒαρκελώνηΜΕ ενοχλεί η λεγόμενη ελεύθερη μετάφραση τίτλων, που κατά τη γνώμη μου δεν είναι καθόλου τέτοια, μιας και προφανώς καθοδηγείται από κακές μαρκετινίστικες τακτικές. Ενώ ο αυθεντικός τίτλος είναι «Το καλοκαίρι των νεκρών παιχνιδιών», αποφασίστηκε στα Ελληνικά να μη μείνει τίποτα που να τον θυμίζει, να μπει η λέξη έγκλημα και να προστεθεί δίπλα και μια Βαρκελώνη, για να είναι έτσι πιο κατανοητό ότι μιλάμε για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Βαρκελώνη με τον… δυσνόητο τίτλο «Έγκλημα στη Βαρκελώνη». Φαντασία μηδέν! Παρ’ όλ’ αυτά, το μυθιστόρημα του Χιλ είναι εξαιρετικό.

Ο κεντρικός ήρωας μας, ο Αργεντινός αστυνόμος Έκτορ Σαλγάδο που ζει χρόνια στη Βαρκελώνη, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και σε προσωπικό επίπεδο, από έναν πρόσφατο χωρισμό, αλλά και σε επαγγελματικό, από μια σπάνια έκρηξη οργής που τον οδήγησε σε διαθεσιμότητα. Καλείται λοιπόν ανεπίσημα να βοηθήσει το διοικητή του σε μια υπόθεση αυτοκτονίας ενός νεαρού, του Μάρκ. Ο διοικητής Σαβάλ γνωρίζει από παλιά τη Γιοάνα, τη μητέρα του νεαρού και αναθέτει την υπόθεση στον Σαλγάδο, για να την βγάλει από πάνω του αλλά και για να δώσει μια ευκαιρία στον αστυνόμο να επανέλθει το συντομότερο σε δράση, μιας και ήταν ο καλύτερος επιθεωρητής του. Τα πράγματα περιπλέκονται αφού το πρόσφατο παρελθόν του δεν τον αφήνει σε ησυχία και παράλληλα ανακαλύπτει σιγά-σιγά -και με τη βοήθεια της νεαρής αστυνόμου Λέιρε Κάστρο- πως δε θα μπορέσει τόσο απλά να κλείσει την υπόθεση καταλήγοντας στην εκδοχή της αυτοκτονίας…

(…) Πάει πολύς καιρός που δε σκέφτομαι ούτε την Ίρις ούτε το καλοκαίρι που πέθανε. Υποθέτω ότι προσπάθησα να λησμονήσω τα πάντα, με τον ίδιο τρόπο που ξεπέρασα τους εφιάλτες και τις φοβίες της παιδικής μου ηλικίας. Και τώρα, όταν θέλω να τη θυμηθώ, στο μυαλό μου έρχεται μονάχα η τελευταία μέρα, λες κι εκείνες οι εικόνες έχουν σβήσει όλες τις υπόλοιπες. Κλείνω τα μάτια μου και μεταφέρομαι στο μεγάλο παλιό σπίτι, στο υπνοδωμάτιο με τα έρημα κρεβάτια που περιμένουν τον ερχομό της επόμενης ομάδας παιδιών. Είμαι επτά ετών, είμαι στην κατασκήνωση και δεν μπορώ να κοιμηθώ γιατί φοβάμαι. Όχι, ψέματα. Εκείνο το ξημέρωμα φέρθηκα θαρραλέα: παράκουσα τους κανόνες και ήρθα αντιμέτωπος με το σκοτάδι μόνο και μόνο για να δω την Ίρις. Αλλά τη βρήκα πνιγμένη, να επιπλέει στην πισίνα και τριγύρω της μια κουστωδία από νεκρές κούκλες. (…)

Επέλεξα το παραπάνω χωρίο όχι μόνο ως χαρακτηριστικό αλλά και για ένα σχόλιο σχετικά με τη μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου. Αφορά απόσπασμα από το blog του Μάρκ, του νεαρού που -κατά τα φαινόμενα- αυτοκτόνησε. Είναι η πρώτη-πρώτη παράγραφος του μυθιστορήματος, την οποία διαβάζουμε ως εισαγωγή και την ξανασυναντούμε μέσα στη ροή της ιστορίας πλέον, στη σελίδα 260. Με μια διαφορά: Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται, οι λέξεις που επιλέχθηκαν κατά τη μετάφραση, δεν είναι όλες ίδιες. Χρησιμοποιήθηκαν πιο απλές λέξεις, λιγότερο δυνατές. Π.χ. αντί του λησμονήσω, μπήκε το ξεχάσω, αντί του θαρραλέα, το γενναία και αντί του κουστωδία, το αυλή. Αυτό μπορώ να το εξηγήσω μόνο ως εξής: Θέλησε η Παλαιολόγου στην εισαγωγή να δημιουργήσει στους αναγνώστες πιο έντονες εικόνες, για να τους τραβήξει το ενδιαφέρον για τη συνέχεια το οποίο και το κατάφερε. Και προφανώς, όταν συνάντησε το χωρίο ξανά, δεν το θυμήθηκε και το ξανά μετέφρασε, αλλά ασυναίσθητα, μη έχοντας λόγους να εντυπωσιάσει, χρησιμοποίησε πιο απλό λόγο. Αυτή είναι βέβαια απλώς η εκδοχή μου. Η αλήθεια μπορεί να είναι άλλη 😉

Τέλος, ένα σχόλιο σχετικά με το οπισθόφυλλο. Διαβάζω σχετικά με τον χαρακτήρα του Σαλγάδο: …Καταφύγιο του ο κινηματογράφος, το αληθινό του πάθος… Λοιπόν βρήκα ελάχιστες αναφορές για κινηματογράφο και σίγουρα όχι άξιες αναφοράς τους στο οπισθόφυλλο. Δεν μπορώ να καταλάβω πως σκέφτηκε να το αναγράψει και για ποιο λόγο. Επιπλέον δε, αν διαβάσετε σχετικές παρουσιάσεις του βιβλίου στο διαδίκτυο, θα δείτε πως αναφέρεται κατά κόρον το παραπάνω, δείγμα του ότι προφανώς δε διαβάστηκε το βιβλίο.

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 9/10

Σημείωση: Αφιερωμένο στο Δημήτρη που μου πήρε αυτό το βιβλίο στα γενέθλια μου και που σήμερα έχει τα δικά του.