Όχι… άλλο ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα!

divorce460Αγαπημένη μου,

Στις πέντε Μαρτίου θα κλείναμε μαζί δέκα χρόνια. Αν θυμάσαι, στις τρεις Απρίλη γίνομαι τριάντα εννέα, οπότε μιλάμε για το ένα τέταρτο της ζωής μου ή -αν προτιμάς- περίπου για το ένα δεύτερο της ενήλικης ζωής μου. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, δεν μπορεί να ήσουν απλώς μια γκόμενα ή άλλη μια σχέση, όπως μου καταλόγισες κάμποσες φορές πως έτσι σε αντιμετώπιζα. Ξεκίνησες ως η καψούρα μου. Μετά σε ερωτεύτηκα, σε αγάπησα και ύστερα σε παντρεύτηκα. Πίστεψα πως θα ζούσαμε μαζί όλη μας τη ζωή, μα τώρα… ήρθε η ώρα να χωρίσουμε.

Ξέρω, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, αλλά γιατί σε μας; Γιατί τώρα; Πως φτάσαμε ως εδώ; Λόγοι πολλοί και ικανοί, αφορμές περισσότερες. Κάτι που σου είπα, κάτι που μου είπες, ένιωθες πως δε σου έδινα αρκετά, ένιωθα πως πλέον δε με καταλάβαινες. Γνωριζόμασταν άλλωστε αρκετά καλά, για να ξέρουμε πώς να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον. Και φτάσαμε στο τόσο κλασικό αδιέξοδο των καταδικασμένων ζευγαριών: Ο καθένας νόμιζε για τον εαυτό του πως κάνει τον υπέρτατο συμβιβασμό και στον αντίποδα θεωρούσε πως ο άλλος παρέμενε ανένδοτος στις θέσεις του! Δεν είχαμε πλέον σημείο επαφής. Ποτέ δε φταίει μόνο ένας. Φταίξαμε και οι δυο, τώρα πρέπει να πάμε παραπέρα.

Μου είναι πολύ δύσκολο να σου γράφω αυτό το γράμμα, αλλά πρέπει. Πρέπει, γιατί είναι ίσως ένας τρόπος και για τους δυο μας να προχωρήσουμε, να ξεχάσουμε. Όσο και αν το έπαιζα άνετος τις τελευταίες μέρες, cool, πως δεν τρέχει τίποτα, πως η ζωή συνεχίζεται, πως οι καλοί δε χάνονται και πως θα βρούμε το δρόμο μας, τόσο τα βράδια η ψυχή μου, μου θύμιζε την πικρή αλήθεια. Βλέπω εφιάλτες σχεδόν κάθε βράδυ. Όταν ξυπνάω δε θυμάμαι τίποτα, έχω μόνο ταχυπαλμία, την αίσθηση του πανικού, του στρες, πως κάτι δεν πρόλαβα, πως ίσως βιαστήκαμε, πως ίσως δεν κάναμε καλά, ίσως, ίσως, ίσως… Και μετά θυμάμαι…

Θυμάσαι ένα μεσημέρι που νύσταζα πολύ, πήγα στο δωματιάκι, κλείδωσα την πόρτα και έκλεισα τα μάτια μου για δέκα λεπτά να ξεκουραστώ; Θυμάσαι μια άλλη φορά, ένα Σάββατο βράδυ που ξέσπασα σε κλάματα μοναχός μου, επειδή δεν ήξερα τι να κάνω μπροστά στο χαλασμένο μηχάνημα που δεν ξεκινούσε; Ή την άλλη φορά, που με έπιασε τρομερή ταχυπαλμία πριν τη μεγάλη παρουσίαση που οργανώναμε μαζί; Τότε που κρύφτηκα για ώρες στις σκάλες του κλιμακοστασίου για να αποφύγω αυτούς που με έψαχναν; Τότε που χτύπησε ο συναγερμός στις δώδεκα το βράδυ και ήρθα να ψάξω αν μπήκε κανείς μέσα να κλέψει; Τότε που χάσαμε τη δίκη που ήμουν μάρτυρας; Όταν χορεύαμε ασταμάτητα στη Τζια;

Αλήθεια, θυμάσαι έστω κάτι απ’ όλα αυτά; Πες μου, θυμάσαι;

Ξέρω, είναι πάρα πολλές οι στιγμές, καλές και κακές, δύσκολο να απομονωθούν, δύσκολο τελικά να ξεχαστούν. Προσπάθησα να μη σου γράψω άλλο ένα κλασικό αποχαιρετιστήριο γράμμα. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Δε θέλω να με συγχωρήσεις, δεν το έγραψα άλλωστε για σένα. Το έγραψα για μένα, για να λυτρωθώ.

Μήπως μπορέσω επιτέλους ένα βράδυ να κοιμηθώ…

(Αφιερωμένο στους συναδέλφους της “πρώην αγαπημένης” μου… δουλειάς!)

Advertisements

Το Δωμάτιο – Έμα Ντόναχιου

roomΚαθηλωτικό. Ξέρω, κλισέ, αλλά τι να κάνω; Η Ντόναχιου δικαίως ήταν υποψήφια για το Booker το 2010. Είχε γράψει ήδη αρκετά βιβλία και είχε κερδίσει και κάποια βραβεία, παρόλα αυτά τίποτα δεν προμήνυε τη συνέχεια.

Κεντρικός ήρωας μας ο Τζακ, ένα πεντάχρονο αγόρι που ζει φυλακισμένο με τη μαμά του στο δωμάτιο, έναν ειδικά διαμορφωμένο και ηχοαπομονωμένο χώρο στην αυλή ενός σπιτιού. Πριν από έξη χρόνια η μητέρα του έπεσε θύμα απαγωγής, βίαιου εγκλεισμού και αλλεπάλληλων βιασμών. Από το στόμα του Τζακ, ακούμε όλα όσα σκέφτεται, όλα όσα ακούει και ό,τι λέει και κινούμαστε συνεχώς μεταξύ δράματος, θυμού, στεναχώριας, αγωνίας και χαμόγελου. Το δωμάτιο είναι όλος ο κόσμος του. Ο αγαπημένος του κόσμος. Έχει όλα όσα πιστεύει πως χρειάζεται, τη μαμά του, τα παιχνίδια του, την τηλεόραση, το κυριακάτικο δώρο του και μόνο αρνητικό το ΣαταΝίκ που όταν επισκέπτεται τη μαμά του τα βράδια, κρύβεται στη ντουλάπα και μετράει τα τριξίματα του. Έτσι, όταν η μαμά του έχει ένα σχέδιο για να αποδράσουν, δεν καταλαβαίνει ακριβώς το γιατί…

Προφανώς και η μεγάλη δύναμη του μυθιστορήματος είναι το εύρημα της αφήγησης από το στόμα ενός πεντάχρονου αγοριού. Η ιστορία εμπνέεται από αληθινά γεγονότα, αλλά η απόδοση της από τον Τζακ είναι πραγματική βόμβα. Σκέψεις αγνές και απλοϊκές, λεξοπλασίες, έντονα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Όπως λέει και η συγγραφέας σε συνέντευξη της, ήταν ένα απαραίτητο τρικ ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να παρακολουθήσει την πλοκή μέχρι τέλους μη αφήνοντας τη φόρτιση και την ένταση να τον καταβάλουν.

Τέλος, δεν μπορείς να μη συμπονέσεις τη μαμά του. Τραγική φιγούρα, πλάθει όλο το μαγικό κόσμο του παιδιού της προστατεύοντας το από την αγριότητα, την αλήθεια, όπως και οι δικές μας μανάδες, που ξεχνάνε όλο το εγώ τους για μας. Και αυτό δεν το κάνουν στιγμιαία ή παροδικά. Το κάνουν για πάντα. Έτσι, απλά, φυσικά…

(…) Κοιτάζω κάτω τη Μοκέτα, με τα κόκκινα και τα καφέ και τα μαύρα της να τυλίγονται ζιγκ ζαγκ το ένα γύρω απ’ τ’ άλλο. Να ο λεκές που μου χύθηκε κατά λάθος όταν γεννιόμουνα. «Έκοψες το κορδόνι και ήμουνα ελεύθερος», λέω στη Μαμά. «Κι ύστερα έγινα αγόρι».

«Για την ακρίβεια, ήσουν ήδη αγόρι». Σηκώνεται από το Κρεβάτι και πάει στον Θερμοστάτη να ζεστάνει τον αέρα.

Δε νομίζω ότι ήρθε χθες βράδυ μετά τις εννιά, ο αέρας είναι πάντα αλλιώτικος άμα ήταν εδώ. Δε ρωτάω, γιατί δεν της αρέσει να μιλάει γι’ αυτόν. (…)

Εξαιρετική η μετάφραση της Έφη Τσιρώνη. Έκανε τρομερή δουλειά. Τρομερή.

Εκδόσεις Ψυχογιός. Βαθμολογία 8/10

Η Επιβίωση του Πληγωμένου Αλόγου

Horse Attacked by a Lion 1769 by George Stubbs 1724-1806ΛΕΥΚΩΣΙΑ 1972. Ήταν παντρεμένος εδώ και τρία χρόνια με την Ελένη του και δύο χρόνια πριν είχαν αποκτήσει τη Σοφία, ανήμερα των γενεθλίων του. Εγώ υπήρχα ίσως σαν μια ιδέα στο μυαλό του, ο γιος που θα ήθελε να αποκτήσει στο μέλλον, χωρίς να ξέρει πως μαζί με μένα θα ερχόταν και ο βιασμός της Κύπρου.

Δεν ήξερε πολλά. Ήξερε όμως πως ήταν συγγραφέας. Το ένιωθε πως γι’ αυτό ήταν προορισμένος. Είχε και μια δεύτερη αγάπη βέβαια, την τηλεόραση. Κάτοχος ήδη του πρώτου βραβείου σε μαθητικό διαγωνισμό διηγήματος, εκπαιδεύτηκε με υποτροφία της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης στη σκηνοθεσία και την παραγωγή για την τηλεόραση. Στις σκηνοθεσίες του ήθελε να μιλήσει για το συγγραφέα. Στα διηγήματα του ήθελε να γράψει για τον σκηνοθέτη.

Ο Ανδρέας Αντωνιάδης, με τη συλλογή διηγημάτων του «Τα Πληγωμένα Άλογα» πήρε το βραβείο νέου συγγραφέα από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου. Θυμάμαι να πιάνω στα χέρια μου και την πρώτη αλλά και τη δεύτερη έκδοση, με το λευκό και το ματ γκρενά (σαν τα Dunhill που καπνίζει) εξώφυλλο που μου άρεσε να χαϊδεύω. Παρακινήθηκα όμως για όλα αυτά από την έκδοση που έχω στην κατοχή μου, την τρίτη έκδοση από την Εστία στην Αθήνα, που έχει ως εξώφυλλο τον εντυπωσιακό και ολοζώντανο πίνακα  του George Stubbs που βρίσκεται στην Tate Gallery και δείχνει ένα λιοντάρι να δαγκώνει με μανία ένα κατάλευκο άλογο…

– Ξέρεις ο Μπέρναρ Σω λέει πως οι άνθρωποι κοιτάζονται πάντα προφίλ… Κάτι τέτοιο… νομίζω… Το πιστεύεις;

Δεν είχε διαβάσει Μπέρναρ Σω κι ούτε την απασχολούσαν οι φιλοσοφικές διαθέσεις του Μάρκου. Μα αυτό την έκανε να θυμηθή πως κάπου –δε θυμόταν ακριβώς που- είχε διαβάσει πως δεν έπρεπε οι άνθρωποι να σκοτώνουν τα πληγωμένα άλογα. Κι αυτή ακριβώς τη στιγμή, ένιωθε η Κλειώ σαν ένα πληγωμένο άλογο που το σκότωναν…

Είχε ακούσει κάπου πως τα πληγωμένα άλογα δεν πρέπει να τα σκοτώνεις. Και έγραψε γι’ αυτά. Έγραψε για όλους εμάς που πληγωμένοι οφείλουμε να συνεχίσουμε. Οφείλουμε, για αυτούς που μας πλήγωσαν και για αυτούς που θα συνεχίσουν την πορεία τους, πληγωμένοι πλέον από μας.

Σημείωση: Ο Ονειροκρίτης αναφέρει πως αν δεις πληγωμένο άλογο, οι φίλοι σου θα έχουν προβλήματα. Δε μας λέει όμως τι γίνεται αν το πληγωμένο άλογο είσαι εσύ…

Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου – Γιάννης Μακριδάκης

i-dexia-tsepi-tou-rasouΟ δις κουμπάρος μου Στέφανος, πρώην καπετάνιος που τον έπιασαν και πειρατές -άμα τον πετύχετε, πείτε του να σας πει την σχετική ιστορία- έχει τέσσερις αγάπες: Τη χώρα του τη Χίο, τον σκύλο μας τον Κούκη, τη βαφτιστήρα μου Άννα και τη γυναίκα-του-κουμπάρα-μου Νατάσα (η σειρά είναι τυχαία… αλλά μπορεί και όχι). Ο κάπταν Στέφανος λοιπόν, που έχει ξενιτευτεί στα Λονδίνα, μου παραπονιέται πως γράφω συνεχώς για βιβλία, αλλά δεν αναφέρω τη Χίο. Έτσι μια μέρα μου έφερε τέσσερα βιβλία και μου είπε «ωραία όλα αυτά που γράφεις, αλλά άμα δεν γράψεις για το Μακριδάκη, δεν έχεις γράψει τίποτα». Τι να κάνω κι εγώ, άνθρωπος είμαι, επηρεάστηκα…

Ήρωας μας ο Βικέντιος, ο τελευταίος μοναχός της Παναγιάς τ’ Ακρωτηριού, ενός μοναστηριού στα βορινά του νησιού. Τη μέρα που πεθαίνει ο αρχιεπίσκοπος, γεννάει η σκυλίτσα του Σίσσυ τρία κουταβάκια, αλλά πεθαίνει στη γέννα. Έτσι χάνεται και η τελευταία συντροφιά του, η αγάπη του, ο λόγος που δεν έχει τρελαθεί ολομόναχος εκεί μέσα. Δεν αντέχει να είναι άλλο μόνος. Δεν συγχωρεί το γέροντα που έδιωξε σιγά-σιγά όλους τους μοναχούς. Η κακή του τύχη τον θέλει πάλι μόνο του, να προσπαθεί να κρατήσει στη ζωή έστω και ένα κουταβάκι, να αναστήσει το διάδοχο της Σίσσυς, να έχει και πάλι μια συντροφιά. Χωρίς να μετανιώνει που έγινε μοναχός, ανατρέχει συχνά στο παρελθόν και θυμάται καλές και κακές στιγμές της ζωής του. Θυμάται ξανά όταν του την πρωτόφερε ο Μάρκος, χωριανός που τον βοηθούσε και στις δουλειές, και μαζί θυμάται τα νιάτα του, όταν παιδάκι ακόμη έκανε λειτουργίες μόνος του στο σπίτι και όταν μετά δεκαεφτά χρονών παλληκάρι πήγε στο μοναστήρι και γνώρισε τον σκληρό γέροντα…

Διαβάζω πως ο συγγραφέας είναι Μαθηματικός και όπως έχω ξαναπεί, αυτό με επηρέασε a priori θετικά. Όντως όμως τελικά διάβασα μια γλυκιά ιστορία γραμμένη στην τοπική διάλεχτο, με συνεχή πηγαινέλα μεταξύ των δύο θανάτων και την οδύνη του Βικέντιου, όχι για το χαμό του Αρχιεπίσκοπου αλλά για το χαμό της Σκυλίτσας του.

Μια σημειολογική νουβέλα, για μοναχούς και… μονάχους!

(…) Κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος, έφτανε η ώρα του ποσταλιού, όταν ο Μάρκος του έφερε τη μικρή σκυλίτσα. Την καλοδέχτηκε και την ονομάτισε αμέσως Σίσσυ. Ήταν τ’ όνομα του μόνου κοριτσιού που ήξερε, που κάτι είχε σκιρτήσει μέσα του για κείνο προτού αφιερωθεί στον Θεό, που θα μπορούσε να το ‘χε φιλήσει μια μέρα της πρώιμης νιότης του και να’ ξερε τώρα κι αυτός τι γεύση έχουνε τα χείλη του σατανά (…)

Εκδόσεις Εστία. Βαθμολογία 7/10