211212

211212-barcodeΑΡΓΗΣΑ λίγο, αλλά το κατάλαβα. Στην αρχή τίποτα δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Μετά το παρατήρησα και άρχισα να το ψάχνω παραπάνω. Ναι, είχα δίκαιο. Το Τέλος πλησιάζει…

Ξυπνώντας σήμερα το πρωί, χωρίς λόγο έπεσε το μάτι μου στο barcode των κορν φλέικς μου. 211212 και 211212 έγραφε στις δύο εξάδες. Τότε δεν έδωσα σημασία, απλώς μου φάνηκε περίεργο πως επαναλαμβάνεται η ακολουθία των αριθμών. Άρπαξα ένα χυμό από το ψυγείο και κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο. Μπήκα μέσα, έβαλα μπρος, άφησα στη θέση του συνοδηγού το τσαντάκι μου και το χυμό και αφού έβαλα μπρος τη μηχανή, άνοιξα ραδιόφωνο. Όλοι οι σταθμοί είχαν αφιέρωμα στην προφητεία. Τι βαρετό, σκέφτηκα. Μια μέρα είναι, θα περάσει.

Έβαλα με τα πολλά το τρίτο πρόγραμμα που είχε κλασική μουσική και επειδή δεν είχε και τόση κίνηση – το ξέρεις, πάντα έφευγα αργά για τη δουλειά, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο- αφέθηκα στις μελωδίες του Βιβάλντι και στις 4 εποχές του. Νομίζω πως άκουγα την Άνοιξη, όταν έπεσε το μάτι μου στο barcode του χυμού. Στη θέση των δύο εξάδων και πάλι το 211212. Σταμάτησα το αυτοκίνητο σε ένα περίπτερο και έπιασα να ψάχνω όλα τα barcode. Όλες οι συσκευασίες ακολουθούσαν το ίδιο μοτίβο.

Μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα ξανά στο σπίτι. Έψαξα όλες τις συσκευασίες, όλες το ίδιο. Ήταν απλώς παντού. Η σημερινή ημερομηνία ήταν γραμμένη ξανά και ξανά χαράσσοντας το αποτύπωμα της όπου μπορούσε. Καφκικός όπως πάντα, πήρα τηλέφωνο στη δουλειά και είπα πως παραιτούμαι. Όταν με ρώτησαν γιατί απάντησα ξερά γιατί όχι και το έκλεισα.

Κοίταξα το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που λόγω υποχρεώσεων (sic) ήταν ακόμη στο κουτί του. Το άνοιξα, έστησα προσεκτικά τη βάση και με ευλάβεια άνοιγα τα φύλα σε κάθε ψεύτικο κλαράκι του, λες και όντως θα αναζητούσε τη φωτοσύνθεση για να αναπνεύσει. Μετά έβαλα ένα-ένα τα στολίδια, που αγοράζαμε σε κάθε ταξίδι μας. Παρίσι, Μιλάνο, Βαρκελώνη, Βερολίνο, Πράγα, Λονδίνο. Προσπάθησα να θυμηθώ ποιο είχαμε αγοράσει από πού, αλλά απέτυχα.

Σου γράφω αυτό το γράμμα ξέροντας πως ποτέ δε θα το διαβάσεις. Ξαπλώνω στον καναπέ τώρα. Θα σκεπαστώ και θα σε σκέφτομαι μέχρι το Τέλος. Επιτέλους αυτό πλησιάζει…

Advertisements

Η Παρέα

…Για τον Αντρέα

img045

ΜΙΑ παρέα παιδιών ήμασταν. Μια παρέα που κράταγε από τα πρώτα χρόνια στο σχολείο με τις όποιες αναπόφευκτες αλλαγές και προσθήκες, ξέρεις, γκόμενες που έρχονταν και έφευγαν, ένας άλλος που τον τράβηξε η παρέα της κοπελιάς του, τα γνωστά δηλαδή. Ώσπου ήρθε κι ένας απρόβλεπτος θάνατος. Ο δικός μου.

Κανείς δεν το περίμενε, πόσο μάλλον εγώ. Χωρίς να έκανα κάτι ιδιαίτερο για να τον αποφύγω, δεν πιστεύω πως τον προκαλούσα κιόλας. Άλλωστε ήταν και πολύ πριν της ώρας μου, όπως μας έλεγαν από παιδιά. Γιατί να πιστέψω δηλαδή πως στα 19 μου θα πέθαινα από δυστύχημα με μηχανή; Οκ, άκουγα γύρω μου πως οι μηχανές είναι επικίνδυνες, αλλά ξέρεις πως είναι αυτά. Μέχρι να σου συμβεί, νομίζεις πως αφορά κάποιον άλλον. Πάντα κάποιον άλλον εννοώ.

Δεν έχω παράπονο, καλά αισθάνομαι τώρα πια. Ηρέμησα. Δε μου αρέσει, αλλά να, άμα δεν έχεις και επιλογή, κάποια στιγμή συμβιβάζεσαι με την ιδέα. Στην αρχή αισθανόμουν κάπως περίεργα. Μίλαγα στα παιδιά και αυτά έκαναν πως δε με ακούνε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα μέχρι να καταλάβω πως όντως δε με άκουγαν. Νόμιζα πως με «έγραφαν» και τσαντιζόμουν και φώναζα, αλλά τίποτα.

Και τώρα εδώ, μαζί σου, στο ντιβάνι. Να σε πείσω πως είμαι πλέον εντάξει, πως μπορώ να ενσωματωθώ με τους υπόλοιπους, πως το κατάλαβα πλέον. Πως δεν μπορώ να επιστρέψω με τίποτα πίσω, στην παρέα, τους φίλους μου, τις πλάκες, τις φάρσες με τα τηλέφωνα και τις πίτσες, το μπασκετάκι, τις ώρες καθισιού και MTV, τις γκόμενες, τα πάρτι, τις χυλόπιτες, τα μηχανάκια, τα αυτοκίνητα, τα μακριά μαλλιά, τους καβγάδες, τις ντίσκο αλλά και τα ροκόμπαρα, την αίσθηση δηλαδή πως η ζωή είναι μπροστά, την αίσθηση αθανασίας…

Ωχ, μάλλον πάλι τα σκάτωσα, ε;

Περί της συντομίας της Ζωής – Σενέκας

senekasΕΝ αντιθέσει με μια προηγούμενη κριτική για το βιβλίο του Χωμενίδη, το λατινικό αυτό κείμενο θα το χαρακτήριζα «παντός καιρού». Η κεντρική ιδέα που πραγματεύεται είναι το γιατί ζούμε λες και είμαστε αθάνατοι, λες και έχουμε πάντα τον χρόνο και την πολυτέλεια να αναβάλουμε να ζήσουμε αληθινά; Ποια λάθη κάνουμε ζώντας όπως ζούμε και τι μπορούμε να κάνουμε έτσι ώστε όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου -όποτε και αν αυτό φτάσει- να πεθάνουμε ήσυχοι πως η ζωή μας δεν πέρασε άδικα;

Είναι σχετικά μικρό κείμενο, μόλις 50 περίπου σελίδων (100 μαζί με το λατινικό πρωτότυπο). Εκτός από την κεντρική ιδέα στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, βρίσκουμε μέσα πολλές και ενδιαφέρουσες ιστορικές αναφορές της σύγχρονης του Χριστού περιόδου – περίπου στα 50 μ.χ.  Εξαιρετική ιδέα η μνεία στις βασικές φιλοσοφικές σχολές μέσα σε μόνο μια φράση, περίπου στα μέσα του βιβλίου.

Να αναφέρω τέλος την εξαιρετική δουλειά και τα σχόλια του Νίκου Πετρόχειλου. Μην τα προσπεράσετε.

(…) Κανείς δεν μπορεί να βρεθεί που να θέλει να μοιράσει τα λεφτά του· και όμως σε πόσους δεν μοιράζει τη ζωή του καθένας από μας! Όταν οι άνθρωποι περιφρουρούν την περιουσία τους, είναι συνήθως σφιχτοχέρηδες· όταν όμως πρόκειται να χάσουν την ώρα τους, όταν δηλαδή βρίσκονται μπροστά στη μόνη περίπτωση που η φιλαργυρία θα ήταν έντιμο πράγμα, τότε γίνονται εξαιρετικά σπάταλοι (…)

Εκδόσεις Πατάκη. Βαθμολογία 8/10